09 Σεπτεμβρίου 2014

Χτυπά το κράτος τον ρατσισμό;

Χτυπά το κράτος τον ρατσισμό;του Σπύρου Μαρκέτου, εφημ. "Πριν"
Είναι παράδοξη φαντασίωση η ιδέα ότι σήμερα, μέσα στην οικονομική κρίση, θ’ αντιμετωπίσει τον φασισμό ένας κρατικός μηχανισμός που ελέγχεται από καπιταλιστές και στους κρίσιμους τομείς της αστυνομίας και της δικαιοσύνης στελεχώνεται από ακροδεξιούς και χρυσαυγίτες. Το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο φυσικά, παρά την ευφάνταστη ονομασία του, κάτι σαν τον Ξένιο Δία, δεν φτιάχτηκε για να χρησιμοποιηθεί εναντίον των ρατσιστών ή των ναζί, αν γίνει νόμος, αλλά αντίθετα ανοίγει δρόμο σε κάποιους άλλους νόμους που αύριο θα ποινικοποιούν κάθε αμφισβήτηση. Η συγκρότηση και οι παραδόσεις των κατασταλτικών μηχανισμών το εγγυούνται αυτό, πόσω μάλλον όταν τούς ελέγχει μια ακροδεξιά και σε μεγάλο βαθμό φιλοφασιστική κυβέρνηση.

Η νομοθεσία είναι πάντοτε ένα μόνο στοιχείο του σύνθετου μηχανισμού ποινικής καταστολής. Διερμηνεύεται κατά το δοκούν από τον δικαστή κι εφαρμόζεται αυθαίρετα από τα όργανα. Η προστασία των φασιστών, πάγια αστυνομική και δικαστική μέριμνα από καιρό προτού ξεσπάσει η κρίση, έκτοτε έχει γίνει απροκάλυπτη. Αλλιώς δεν θα είχε η ναζιστική συμμορία την ασυδοσία που απολάμβανε ώσπου να δολοφονήσει τον Παύλο Φύσσα, και από αρκετές απόψεις ήδη ανακτά.

Ο ρατσισμός οριακά μόνο μπορεί να πολεμηθεί από νόμους, ακόμη και όταν υπάρχει κυβερνητική θέληση, όπως δείχνει η εξάπλωσή του σε κάθε λογής χώρες. Αλλά αυτή η θέληση ποτέ δεν είναι παραπάνω από συγκυριακή, και πάντως ποτέ δεν πλήττει τις δομές που παράγουν το ρατσισμό. Γιατί αυτός δεν είναι καμιά διαστροφή που επινοεί ο άξεστος νους των φτωχών, αλλά μάλλον τεχνολογία επιβολής που φτιάχτηκε από τους άρχοντες και τελειοποιήθηκε μέσα από πέντε αιώνες καπιταλιστικής κυριαρχίας. Εδραιώθηκε μαζί με το καπιταλιστικό σύστημα στην ισπανική αυτοκρατορία, εξαπλώθηκε παντού όπου υπάρχει καπιταλισμός, και θα εκλείψει μόνον όταν ο καπιταλιστικός πολιτισμός αντικατασταθεί από έναν καλύτερο. Δεν στρέφεται απλώς ενάντια στον διαφορετικό, αλλά πρωταρχικά ενάντια στον ταξικό εχθρό, στο θύμα της εκμετάλλευσης που πρέπει να δαιμονοποιηθεί προκειμένου να καθυποταγεί, και μάλιστα να εσωτερικεύσει την υποταγή του μέχρι να παραιτηθεί από κάθε αντίσταση. Δεν είναι τυχαίο ότι η Δύση θεσμοποίησε τον ρατσισμό όχι τόσο στην Ασία, για παράδειγμα, όσο εναντίον των μαύρων που υποδούλωνε και κατέστρεφε κατά εκατοντάδες χιλιάδες στις φυτείες του Νέου Κόσμου, στο αρχετυπικό εργαστήριο και κολαστήριο της καπιταλιστικής παραγωγής.

Ο ρατσισμός είναι απαραίτητος στους λίγους καπιταλιστές για να κρατά διαιρεμένα τα πολλαπλάσια θύματα της εκμετάλλευσής τους, και γι’ αυτό στην Ελλάδα, χώρα μεταναστών ως πριν από μια γενιά και ξανά σήμερα, καλλιεργήθηκε και καλλιεργείται συστηματικά από το κράτος και τα μήντια. Όπως άλλωστε και ο εθνικισμός και ο πατριαρχικός μισογυνισμός με όλα τους τα παρελκόμενα. Από προτού ξεκινήσει η κρίση τροφοδοτούνταν από πολιτικούς όπως οι πασόκοι υπουργοί Υγείας Αλέκος Παπαδόπουλος και Ανδρέας Λοβέρδος, που προσπάθησαν να κλείσουν για τους ανασφάλιστους μετανάστες τις πόρτες των νοσοκομείων. Αλλά και από την ίδια τη μεταναστευτική πολιτική της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία μεταγράφηκε στην εθνική νομοθεσία και πρακτικά ποινικοποιεί ακόμη και την κοινωνική συναναστροφή με καθέναν που δεν μοιάζει εύπορος και ντόπιος. Κι εφαρμόζεται έκτοτε με ζήλο από αστυνομία και δικαστήρια. Και αργότερα έφερε τον φράχτη στον Έβρο, τις δολοφονικές περιπολίες της Φρόντεξ και του Λιμενικού στο Αιγαίο, τα αστυνομικά πογκρόμ του Ξένιου Δία και τα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Μέσα σ’ αυτή την κόλαση, φταίει για τον ρατσισμό η ελευθερία του λόγου;


Ο αντιρατσισμός άλλοθι
Έλειπε μήπως το νομικό πλαίσιο όταν η ελληνική δικαιοσύνη αθώωσε τον Πλεύρη για τον πεντακοσιοσέλιδο αντισημιτικό του λίβελλο; Το ρατσιστικό πογκρόμ της Αθήνας τον Μάη του 2011, με μαζικούς ξυλοδαρμούς, μαχαιρώματα, καταστροφές καταστημάτων και ακόμη και δολοφονίες μεταναστών, που οργανώθηκε και πραγματοποιήθηκε ανενόχλητα επί κυβέρνησης Γιώργου Παπανδρέου, έμεινε ατιμώρητο ως τώρα επειδή χρειάζονταν αντιρατσιστικά νομοθετήματα; Ή μήπως επειδή, μολονότι το νομικό πλαίσιο υπήρχε, η αστυνομία και η δικαιοσύνη και τα μήντια όχι απλώς δεν καταδίωξαν τους χρυσαυγίτες οργανωτές και τους συνεργούς τους, αλλά αντίθετα τό επικρότησαν διακριτικά ή και απροκάλυπτα; Και όλα αυτά με τη συνεργεία της “εκσυγχρονιστικής” κυβέρνησης και μέσα στην αδιάφορη σιωπή των φιλελεύθερων διανοούμενων. Συμπεριλαμβανομένων πολλών που τώρα πλευρίζουν τον Σύριζα.

Ήδη το λεγόμενο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο, μολονότι αφήνει στο απυρόβλητο τη ρατσιστική βία ενώ κλιμακώνει την καταστολή του λόγου, έγινε πλυντήριο για την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα κεντροαριστερά. Έτσι, στην επίσημή του ανακοίνωση ο Σύριζα δέχεται τη διακίνηση “ακόμα και των πιο αποκρουστικών ιδεών, με το δεδομένο ότι είναι εξόχως επικίνδυνος ο περιορισμός στην ελευθερία της έκφρασης”, αλλά ζητά ωστόσο να τιμωρούνται η “προπαγάνδιση και προπαρασκευή” εγκλημάτων. Ξεχνά τη λεπτομέρεια, ότι με ανάλογο σκεπτικό οι δικαστές έστειλαν εικοσιπέντε χρόνια φυλακή τον Τάσο Θεοφίλου απλώς και μόνον επειδή δήλωσε αναρχικός.

Κατά το Ποτάμι επείγει η επαναφορά των εγκλημάτων γνώμης, εγκλημάτων τα οποία κάποτε θεωρούνταν ασύμβατα με τον φιλελεύθερο νομικό πολιτισμό: ότανμια γνώμη “εμπεριέχει ή υποκρύπτει την προτροπή σε ρατσιστική βία και μίσος, τότε δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή από την ελληνική Πολιτεία και πρέπει να τιμωρείται”. Βεβαίως η ΕΛΑΣ και η ελληνική δικαιοσύνη θ’ ανακαλύψουν ακόμη και τις πιο υπόγειες προτροπές σε ρατσιστική βία και μίσος, αρκεί μόνον οι ένοχοι να είναι αναρχικοί. Οι νεοφιλελεύθερες προτροπές του Ποταμιού ακούγονται, μην τό ξεχνάμε, λίγους μήνες αφότου ο ίδιος ο Άρειος Πάγος έκρινε νόμιμη τη συμμετοχή της Χρυσής Αυγής στις εκλογές.

Για τη Δημάρ ”το αντιρατσιστικό  νομοσχέδιο πρέπει να συζητηθεί  και να ψηφιστεί” επειδή βέβαια θ’ ανακόψει την άνοδο του φασισμού. Σαν να μην ήταν δικός της ο υπουργός Δικαιοσύνης που άφησε να στηθεί πανελλαδικά απερίσπαστη από τη δικαστική εξουσία η μεγαλύτερη εγκληματική συμμορία που γνώρισε μεταπολιτευτικά η χώρα, δηλαδή η Χρυσή Αυγή. Ένας άλλος υπουργός της κατάργησε την ελευθερία του λόγου για τους δημόσιους υπαλλήλους, καθώς ο “Νόμος Μανιτάκη” απειλεί με απόλυση δασκάλες και νηπιαγωγούς που καταδιώχθηκαν από χρυσαυγίτες επειδή οργάνωσαν αντιρατσιστικές δραστηριότητες στα σχολεία.


Η κριτική των ιστορικών
Οι αντιδράσεις των υπόλοιπων φορέων στο νομοσχέδιο ήταν ανύπαρκτες. Για παράδειγμα, οι δικηγορικοί σύλλογοι σώπασαν. Το ίδιο και τα συνδικάτα και οι επιστημονικές ενώσεις, λες και ο ρατσισμός και οι ελευθερίες είναι αδιάφορα ζητήματα. Κυκλοφόρησε μια μετριοπαθής έκκληση πολλών ιστορικών ν’ αποσυρθεί το άρθρο του νομοσχεδίου που απειλεί άμεσα την ιστορική έρευνα. Πολλοί δεν την υπέγραψαν. Για παράδειγμα, η καθηγήτρια που είχε δημοσιεύσει στο περιοδικό Ιστορείν έναν παραληρηματικό λίβελλο ενάντια στο βιβλίο μου για τον ελληνικό φασισμό. Από την άλλη υπέγραψαν πολλοί που είχαν βουβαθεί όταν η κυβέρνηση Σημίτη πολτοποιούσε παραπάνω από εκατό χιλιάδες αντίτυπα ενός σχολικού βιβλίου ιστορίας επειδή είχε το θράσος να χαρακτηρίζει “υπερσυντηρητικό εθνικιστή” τον Γρίβα, αρχηγό της φασιστικής Χ. Ή όταν το επόμενο σχολικό εγχειρίδιο παρουσίαζε τον Χίτλερ σαν δίκαιο κι ελληνολάτρη. Έχουμε πρόοδο λοιπόν… ας ελπίσουμε μόνο να μην περάσουμε αύριο από τις εκκλήσεις στις ικεσίες. “Είμαστε αντίθετοι”, δηλώνουν οι ιστορικοί,

στη δίωξη όλων των «αρνητών», ακόμη και εκείνων του φριχτότερου  εγκλήματος του 20ού αιώνα, του Ολοκαυτώματος.  Η στάση μας αυτή δεν πηγάζει από οποιαδήποτε ανοχή στους «αρνητές» απεχθών εγκλημάτων, αλλά από την πεποίθηση, ότι, όπως έχει αποδείξει και η διεθνής εμπειρία, τέτοιες διατάξεις οδηγούν σε επικίνδυνες ατραπούς: πλήττουν καίρια το δημοκρατικό και αναφαίρετο δικαίωμα της ελευθερίας του λόγου, ενώ ταυτόχρονα δεν είναι διόλου αποτελεσματικές, όσον αφορά την καταπολέμηση του ρατσισμού και του ναζισμού, του ρατσιστικού και μισαλλόδοξου λόγου. Συχνά μάλιστα οδηγούν στο αντίθετο αποτέλεσμα, επιτρέποντας οι εχθροί της δημοκρατίας να παρουσιάζονται στην κοινή γνώμη ως «θύματα» λογοκρισίας και αυταρχισμού.

Πράγματι το δήθεν αντιρατσιστικό νομοσχέδιο πριονίζει έναν από τους στύλους του νομικού πολιτισμού που εδραίωσε η Γαλλική Επανάσταση, το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Προκαλεί λοιπόν γενικότερες αντιδράσεις. Η δυσφορία που έστω και περιορισμένα εκφράζουν οι ιστορικοί αποτυπώνει πολιτικές αντιστάσεις στην αυταρχικοποίηση μάλλον παρά συντεχνιακές ανησυχίες. Μόνον εφεδρικά μάς απειλεί το αμβλύ όργανο καταστολής που φτιάχνει το νομοσχέδιο· είναι γνωστό ότι ο έλεγχός μας διασφαλίζεται κυρίως μέσα από χορηγίες, πελατειακές σχέσεις, προλεταριοποίηση και την απειλή της ανεργίας. Οι κοινωνικοί επιστήμονες, έμπειροι στην προληπτική συμμόρφωση, ακόμη και σήμερα, που παραμένουν προστατευμένοι από τις υπουργικές θωπείες, σπάνια θίγουν δυσάρεστα ζητήματα ή απεργάζονται την αποδόμηση της κυρίαρχης ιδεολογίας.

Ωστόσο ακόμη και αυτοί βλέπουν να βγαίνει συχνότερα το μαστίγιο όσο λιγοστεύουν τα καρότα. Η απονομιμοποίηση του καθεστώτος αποσαθρώνει τη νομιμοφροσύνη των διανοούμενων που περιθωριοποιούνται, όπως περιθωριοποιήθηκαν και σ’ όλες τις άλλες χώρες που έπληξε η δομική προσαρμογή στην ανάγκη του καπιταλισμού να παράγει φτώχεια. Ο ενθουσιασμός που ως πρόσφατα γεννούσε η ελπίδα της ευμάρειας έγινε φόβος. Η νέα γενιά ιδίως των μορφωμένων δεν είναι εύκολο να προσληφθεί στο ιδεολογικό προσωπικό των καπιταλιστών.


Επάνοδος στο ευτυχισμένο χτες;
Μολαταύτα το ευρύτερο πρόβλημα συσκοτίζεται όταν βαυκαλιζόμαστε πως μπορούμε ή πρέπει να επιστρέψουμε στην προ κρίσης δημοκρατία. Καθώς η οικονομία παραπαίει παρ’ όλες τις ενέσεις αισιοδοξίας και ρευστού στις τράπεζες, η φιλελεύθερη δημοκρατία απομυθοποιείται και δεν είναι καν πλέον στόχος των κυβερνώντων. Στην Ελλάδα των τελευταίων χρόνων τα χειρότερα πλήγματα στους δημοκρατικούς θεσμούς τα κατάφεραν οι δήθεν κεντρώοι και η Τρόικα, με άλλα λόγια το κόμμα του κεφαλαίου.

Ο καπιταλισμός σήμερα δεν αντέχει ούτε καν την ελεγχόμενη δημοκρατία που αποδέχτηκε μετά την ήττα του φασισμού στον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Ελευθερίες και δικαιώματα χάνονται καθώς η κρίση προχωρά προς το κέντρο και το κεφάλαιο ρημάζει τη μια περιφερειακή χώρα μετά την άλλη. Οι απολογητές του χάνουν την αλαζονεία τους, όπως μαρτυρά και ο σάλος που προκάλεσε η εμπεριστατωμένη μελέτη του Τομά Πικεττύ για το ιστορικό βάθος και την έκταση της ανισότητας. Η επιλογή γίνεται ολοένα σαφέστερα μεταξύ αριστεράς και φασιστικής δεξιάς, ελευθερίας και ζόφου, ισότητας και βαρβαρότητας. Τα πλέγματα εξουσίας το αντιλήφθηκαν αυτό ταχύτερα από τις περισσότερες αριστερές ηγεσίες, και ήδη προετοιμάζονται για σύγκρουση.

Η συνταγματική τάξη και ο κοινοβουλευτισμός στη χώρα μας, που κυβερνιέται πλέον με μνημόνια και με διατάγματα, έχουν γίνει παρωδία με πρωτοβουλία των καπιταλιστών, όπως είχε συμβεί και στη Γερμανία πριν από τον Χίτλερ. Το πολιτικό και ιδεολογικό προσωπικό τους στην Ελλάδα αναλογίζεται σοβαρά τη φασιστική επιλογή, ενώ λίγο βορειότερα, στην Ουκρανία, ήδη τήν δοκίμασε. Η συγκυβέρνηση νεοφιλελεύθερων και ναζιστών στήνεται στις δυο αυτές χώρες-πειραματόζωα με χρηματοδότηση του ΔΝΤ και με τις ευλογίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία κάποτε γεννούσε στους πιο αθώους ελπίδες εκδημοκρατισμού. Η μάχη για το ποιός θα φορτωθεί το βάρος της κρίσης, στην πραγματικότητα το κόστος της χρεωκοπίας, δίνεται σε κάθε χώρα ξεχωριστά, με διαφορετικούς ρυθμούς κι εκβάσεις, αλλά οι εξελίξεις και τα αποτελέσματα σε κάθε χώρα επηρεάζουν και όλες τις υπόλοιπες.

Στην ευρωπαϊκή περιφέρεια διακρίνουμε πλέον τέσσερεις διαφορετικές αποκρίσεις στην κρίση, με ζωτικές παραμέτρους τη μαζική κινητοποίηση και την αποφασιστικότητα των ιθυνόντων να προωθήσουν την καπιταλιστική συγκέντρωση. Στην Ισλανδία οι εργαζόμενοι προσώρας κερδίζουν· η έγκαιρη και δυναμική μαζική κινητοποίηση φόρτωσε το κόστος της χρεωκοπίας στους καπιταλιστές, ο ρατσισμός και ο φασισμός δεν πάτησαν πόδι, οι δημοκρατικές παραδόσεις ενισχύθηκαν, και η χειρότερη συγκριτικά κρίση τραπεζικού χρέους στην παγκόσμια ιστορία αντιμετωπίστηκε χωρίς υποβάθμιση του βιοτικού επιπέδου. Απεναντίας στην Ιρλανδία περίττευσε οι τραπεζίτες να στήσουν φασιστικό κίνημα, καθώς η λαϊκή απάθεια και η εύκολη μετανάστευση τούς επέτρεψαν να φορτώσουν τη χρεωκοπία στους εργαζόμενους, με αποτέλεσμα κοινωνική καταστροφή συν ύφεση δίχως ημερομηνία λήξης.

Στην Ελλάδα η αμφίρροπη μάχη διαρκεί ήδη πέντε χρόνια και συνεχίζεται. Οι καπιταλιστές και η Τρόικα επέβαλαν οικονομική συστολή επίσης πρωτοφανή παγκοσμίως σε καιρό ειρήνης, ενώ το κράτος και τα μήντια καθημερινά τροφοδοτούν τον ρατσισμό και τον φασισμό. Η αμέριμνη αριστερά του “ώριμου φρούτου” και του “θα τούς ταράξουμε στη νομιμότητα” τούς άφησε χρόνο και πολιτικό χώρο να στήσουν τη Χρυσή Αυγή, αλλά η μαζική κινητοποίηση αποσταθεροποίησε το πολιτικό σύστημα και το ίδιο το ευρώ. Οι προοπτικές ανατροπής είναι θετικές· η τύχη μας στα χέρια μας. Πρέπει πάντως να ετοιμαστούμε για ν’ αντιμετωπίσουμε τους κλονισμούς που προμηνύουν η ανάθεση του οικονομικού επιτελείου του Σύριζα σε επενδυτές της Μπλακρόκ και της Τζέιπι Μόργκαν, και η επίσκεψη της ηγεσίας του στο Κόμο.


Μια κρίσιμη μάχη
Το πιο δραματικό πείραμα απ’ όλα εξελίσσεται σήμερα μπροστά στα μάτια μας στην Ουκρανία. Είκοσι χρόνια νεοφιλελεύθερης λιτότητας υπό την επίβλεψη του ΔΝΤ και της Ευρωπαϊκής Ένωσης τήν μεταμόρφωσαν σε μια κλεπτοκρατία με παραγωγή και βιοτικό επίπεδο πολύ χαμηλότερα απ’ ό,τι όταν συμμετείχε στην ΕΣΣΔ. Η ισχυρή μαζική κινητοποίηση πήρε ακροδεξιά χαρακτηριστικά· εδώ βοήθησε και η ανοησία των εξωνημένων αριστερών ηγεσιών, κάτι που πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα. Ο ρατσισμός ενάντια στον γείτονα κι εμφανισιακά και πολιτισμικά σχεδόν πανομοιότυπο ρώσο αναπτύχθηκε από το πουθενά, μέσα σ’ ελάχιστο χρονικό διάστημα, δείχνοντας έτσι ότι οι πραγματικές του ρίζες βρίσκονται σε σημερινούς πολιτικούς και οικονομικούς ανταγωνισμούς και στις επιλογές των ελίτ μάλλον παρά σε οποιεσδήποτε ιστορικές αντιδικίες.

Η επικείμενη κρίση χρέους, ο πόλεμος για φυσικούς πόρους και οι γεωστρατηγικοί ανταγωνισμοί έφτιαξαν στη χώρα αυτή μια συμμαχία ισχυρών που συμπεριλαμβάνει από το αμερικανικό Πεντάγωνο, τους ευρωπαίους τραπεζίτες και την ολλανδοβρετανική Σελλ ως τους τοπικούς δισεκατομμυριούχους μαφιόζους. Κοινός τους στόχος, η επιβολή ενός φασιστικού καθεστώτος που θα διαιρούσε και θα συνέτριβε την εργατική τάξη, ώστε εκείνη να δεχτεί τη νεοφιλελεύθερη υπερεκμετάλλευσή της και να μην αντιδράσει στη μετατροπή της χώρας σε προμαχώνα ενός νέου ψυχρού πολέμου. Τη φετινή άνοιξη σχεδόν τό πέτυχαν. Πήραν πραξικοπηματικά την κυβέρνηση, τρομοκράτησαν τους αντιπάλους καίγοντας ζωντανούς κάποιους που αντιστάθηκαν, κι εξασφάλισαν Δυτικά δάνεια. Έπειτα έστειλαν το στρατό να περάσει δια πυρός και σιδήρου τις επαρχίες που ξεσηκώθηκαν, χρησιμοποιώντας τη φυσική γλώσσα του φασισμού.

Άλλο τόσο φυσική όμως ήταν και η αποτυχία του, ακριβώς επειδή οι φασίστες όταν δυναμώνουν δείχνουν στους αντιπάλους πως δεν απομένει άλλη λύση εκτός από τη μάχη, κι έτσι προκαλούν πανίσχυρες αντισυσπειρώσεις. Το κεφάλαιο και οι ουκρανοί ναζί χαρακτήρισαν ‘τρομοκράτες’ το ένα πέμπτο του πληθυσμού, κήρυξαν ανεπιθύμητη την πολιτισμική του κληρονομιά και τό έριξαν στον εθνικό Καιάδα. Πέτυχαν ν’ αυτομολήσει η Κριμαία στη Ρωσία και ν’ αυτονομηθούν οι ανατολικές επαρχίες οι οποίες, αφού πρώτα απέκρουσαν τη στρατιωτική εισβολή, μοιάζουν τώρα να κερδίζουν τον αγριότατο πόλεμο και απειλούν να εθνικοποιήσουν τις περιουσίες των ολιγαρχών. Απομένει να κριθεί η τύχη της δυτικής Ουκρανίας. Η οικονομική κατάρρευση έχει ήδη επέλθει, οι προστάτες και πιστωτές φοβούνται να δανείσουν περισσότερα, η κυβέρνηση παραπαίει και οι ναζί απειλούν με νέο εμφύλιο. Εξελίξεις οι οποίες διόλου δεν εκπλήσσουν όποιον γνωρίζει την ιστορία και τη δυναμική του φασισμού.

Η Ουκρανία δείχνει πού μπορεί να οδηγήσουν και τη δική μας χώρα οι καπιταλιστές και η Ευρωπαϊκή Ένωση, αν δεν νικήσει έγκαιρα η αντίσταση. Δεν αρκεί όμως ν’ ανατρέψουμε την κυβέρνηση, μολονότι είναι εφικτό και απαραίτητο. Είναι καιρός να δώσουμε την ιδεολογική μάχη που τόσες δεκαετίες τώρα απέφυγε η αριστερά στην Ελλάδα, με ανυποχώρητα αντιρατσιστικές θέσεις και απομυθοποίηση του εθνικισμού, αλλά και συστηματική πρακτική προσπάθεια να συσπειρωθούν στις αντιφασιστικές δομές οι μετανάστες, αναπόσπαστο και ζωτικό κομάτι της εργατικής τάξης. Ο ρατσισμός νικιέται όχι από το κράτος, αλλά στην καθημερινότητα και στο δρόμο. Στην πραγματικότητα τα μαζικά αντιφασιστικά κινήματα αρκετές φορές έγιναν καταλύτες ευρύτερης ριζοσπαστικοποίησης· αυτό συνέβη φέτος, μπροστά στα μάτια μας, στο Λουγκάνσκ και στο Ντονέτσκ. Το δήθεν αντιρατσιστικό νομοσχέδιο της ακροδεξιάς και φιλοφασιστικής κυβέρνησης Σαμαρά ακριβώς ένα τέτοιο κίνημα θέλει να εμποδίσει.

Το στοίχημα τα ερχόμενα χρόνια είναι να φτιάξουμε εκείνο το μαζικό κίνημα που θα πάει τη χώρα αριστερά, καθώς και το πολιτικό μέτωπο που θα δώσει αντικαπιταλιστική προοπτική στην Ευρώπη και τη Μεσόγειο. Αυτά δεν γίνονται όσο μένουμε περιχαρακωμένοι, κι επίσης αν δεν ανακόψουμε τον φασισμό, που μας απειλεί πλέον συνολικά. Οι νοβορώσοι έδειξαν γι’ άλλη μια φορά ότι δεν τον σταματούν οι νόμοι ή οι εκκλήσεις στη λογική και τη δημοκρατία, αλλά μόνον η έγκαιρη διάγνωση της δυναμικής του και η οργανωμένη λαϊκή αντίσταση. Οι ισχυροί είναι οι εργοδότες του, η βία είναι η λογική του, και μόνον η ολομέτωπη σύγκρουση τον συντρίβει. Οι μήνες που έρχονται θα δείξουν το κόστος της ήττας για τους καπιταλιστές και τους πολιτικούς που τόν στήριξαν στην Ουκρανία, ας ελπίσουμε και στην Ελλάδα.


 

03 Σεπτεμβρίου 2014

Επίθεση στον κόσμο του κινήματος και το "χάιδεμα" της Χρυσής Αυγής στην ορκωμοσία του νέου περιφερειακού συμβουλίου

Δελτίο Τύπου
για τα γεγονότα στην ορκωμοσία του νέου περιφερειακού συμβουλίου.

Ο Μπαλτάκος ζει και βασιλεύει και στην περιφέρεια Θεσσαλίας στο πρόσωπο του περιφερειάρχη κ. Αγοραστού. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η προσπάθεια δημιουργίας στημένων ακροατηρίων στην ορκωμοσία του νέου περιφερειακού συμβουλίου, την Παρασκευή 29/08, με την προνομιακή μεταχείριση των φασιστών της Χρυσής Αυγής και τον ουσιαστικό αποκλεισμό του κόσμου του αγώνα και της αριστεράς. Μόνο έτσι μπορεί να εξηγηθεί η στάση των αστυνομικών δυνάμεων, που την ίδια στιγμή που επιτίθονταν επανειλημμένα στον κόσμο του κινήματος, «έκαναν» πλάτες στους Χρυσαυγήτες.
Είναι πλέον εμφανές, πως οι κυβερνητικοί εκφραστές δεν χρειάζονται κρυφές συνομιλίες με τη Χρυσή Αυγή. Η νεοσυντηρητική ατζέντα που επιβάλουν και το δόγμα του κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού στο οποίο στρατεύονται αποτελούν τον μόνιμο ομφάλιο λώρο που τους συνδέει πολιτικά και ιδεολογικά με τα φασιστικά κατακάθια. Η πάλε ποτέ «δεξιά πολυκατοικία» προσπαθεί «γέρνοντας» προς την ακροδεξιά να τσακίσει τον «εχθρό λαό», προκειμένου να σταθεροποιήσει τα πιο βάρβαρα σχέδια εκμετάλλευσης του ντόπιου και ξένου κεφαλαίου.
Σε ένα σκηνικό όρκων πίστης στην καταστολή, οι δυνάμεις της Αριστερής Παρέμβασης προφανώς δεν χωρούσαν. Η Αριστερή Παρέμβαση στη Θεσσαλία, απέκτησε εκ νέου αντιπροσώπευση στο περιφερειακό συμβούλιο, υποσχόμενη την πάλη ενάντια στον Καλλικράτη, την πάλη ενάντια στη χούντα συγκυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ και συνολικά ενάντια στην αντιλαϊκή πολιτική και την είσοδο του ίδιου του κινήματος στις αίθουσες του περιφερειακού συμβουλίου. Αποτιμάμε θετικά την ενιαία στάση των παρατάξεων της αριστεράς για αποχώρηση και καταγγελία της διαδικασίας, καθώς συνιστά απομόνωση και διαπόμπευση των δυνάμεων της λαομίσητης συγκυβέρνησης και των φασιστών. Η κοινή δράση των δυνάμεων της αριστεράς έχει νόημα στο βαθμό που σπάει τη θεσμική βιτρίνα, ανατρέπει με όρους κινήματος την εκλογική αναμονή και κατορθώνει να επιβάλει τη λαϊκή βούληση. Καμία αναμονή λοιπόν σε κυβερνητικές λύσεις και αυταπάτες. Μαχητικός αγώνας για τη συντριβή των σχεδίων τους τόσο σε κεντρικό επίπεδο, όσο και στο επίπεδο των τοπικών κοινωνιών.

Αριστερή Παρέμβαση στη Θεσσαλία – Ανταρσία για την Ανατροπή
 

Ανάγκη μαζικών μόνιμων διορισμών τώρα!

Από τα μέσα του καλοκαιριού η κυβέρνηση και η πολιτική ηγεσία του υπουργείου Παιδείας ανακοινώνει ότι φέτος κινδυνεύει η έναρξη της σχολικής χρονιάς από τις ελλείψεις σε εκπαιδευτικό προσωπικό, δημοσιοποιώντας αριθμό 24.000 κενών σε πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.
Η πραγματικότητα είναι αδυσώπητη! Τα τελευταία χρόνια έχουν συνταξιοδοτηθεί πάνω από 20.000 εκπαιδευτικοί, ενώ οι διορισμοί μονίμων δεν ξεπερνούν τις λίγες εκατοντάδες και στις δυο εκπαιδευτικές βαθμίδες.
Η εξέλιξη αυτή δεν ήταν ατύχημα. Η εκπαίδευση, όπως και όλη η κοινωνία, κονιορτοποιείται από τις συμπληγάδες πέτρες της διεύρυνσης της ελαστικής, επισφαλούς εργασίας. Η δημόσια εκπαίδευση «αναπνέει» τα τελευταία χρόνια κυρίως με προσλήψεις ΕΣΠΑ και με αναπληρωτές τακτικού προϋπολογισμού που έρχονται να καλύψουν τις χιλιάδες πάγιες ανάγκες του δημόσιου σχολείου σε εκπαιδευτικό προσωπικό. Στην πραγματικότητα το 1/6 περίπου των αναγκών αυτών καλύπτεται με εργαζόμενους μιας χρήσης. Το ίδιο το υπουργείο που διαπιστώνει τα κενά ανακοινώνει την πρόσληψη 14.500 αναπληρωτών μέσα από προγράμματα ΕΣΠΑ και 5.000 από τον τακτικό προϋπολογισμό. Το αξιοσημείωτο είναι ότι χωρίς κανέναν ενδοιασμό δηλώνει επί της ουσίας πως δεν υπάρχει πρόβλεψη για την κάλυψη 4.000 κενών, που αντιστοιχούν βέβαια σε περίπου 80.000 μαθητές! Αλλά ακόμα και ο ρυθμός αυτών των προσλήψεων είναι δεδομένο ότι δεν θα καλύψει τις ανάγκες από την αρχή της χρονιάς.
Το δημόσιο σχολείο βρέθηκε και πέρυσι απέναντι στα ίδια αδιέξοδα. Τότε οι επιλογές της κυβέρνησης οδήγησαν χιλιάδες σχολικές μονάδες να λειτουργούν ως τον Οκτώβριο με μειωμένο ωράριο, προκάλεσαν χιλιάδες χαμένες ώρες μαθημάτων, εκατοντάδες ολοήμερα δημοτικά-νηπιαγωγεία που δεν λειτουργούσαν ως το Νοέμβριο, ειδικά σχολεία με εκ περιτροπής λειτουργία. Ταυτόχρονα, χιλιάδες εκπαιδευτικοί υποχρεώθηκαν σε μετατάξεις και μετακινήσεις εκτός της περιοχής της οργανικής τους θέσης, ενώ η λειτουργία των σχολικών μονάδων ομαλοποιήθηκε σχετικά μετά τον Δεκέμβριο, όταν είχε διανυθεί ήδη το 1/3 της σχολικής χρονιάς! Η κυβέρνηση θα αποπειραθεί και φέτος, με πρόσχημα τα κενά, να καταφέρει ένα ακόμα χτύπημα στα μορφωτικά δικαιώματα των μαθητών. Οι συμπτύξεις τμημάτων, οι συγχωνεύσεις-καταργήσεις σχολείων, η πλήρης απαξίωση διδακτικών αντικειμένων, η απορρύθμιση του ολοήμερου σχολείου και η μετατροπή του σε εκ περιτροπής φύλαξη, το χτύπημα των υποστηρικτικών δομών όπως τα τμήματα ένταξης και τα ειδικά σχολεία είναι ορισμένα μόνο από τα προφανή μέτρα που έχει στην επιθετική φαρέτρα της η κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα της πολιτικής μηδενικών διορισμών. Όλα αυτά φυσικά συνοδεύονται υποχρεωτικά από χτύπημα των εργασιακών δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών, όπως η αύξηση του ωραρίου των εκπαιδευτικών, οι υποχρεωτικές μετακινήσεις, οι δεύτερες αναθέσεις μαθημάτων.
Όσο και να διαρρηγνύει τα ιμάτιά της η πολιτική ηγεσία του υπουργείου, σε μια προσπάθεια επικοινωνιακής εσωτερικής αντιπολίτευσης, το πρόβλημα είναι η πολιτική του μαύρου μετώπου κυβέρνησης-ΕΕ-ΔΝΤ-κεφαλαίου για ανταγωνιστική-επιχειρηματική εκπαίδευση, με συρρίκνωση του δημόσιου σχολείου και μετάλλαξή του, ώστε να προσαρμοστεί πλήρως στις ανάγκες της καπιταλιστικής αγοράς την εποχή της κρίσης και για το ξεπέρασμά της. Μέσα από το μηδενισμό των διορισμών, εξασφαλίζεται η πλήρης ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και στην εκπαίδευση, αφού η θέση του μόνιμου αντικαθίσταται από τον μερικά απασχολούμενο ωρομίσθιο-αναπληρωτή με βαθιά αρνητική επίδραση στην εκπαιδευτική διαδικασία. Το σχολείο της αγοράς που ετοιμάζουν δεν έχει ανάγκη από παιδαγωγούς με μόνιμη και σταθερή σχέση εργασίας με συνέχεια και συνοχή στο εκπαιδευτικό τους έργο, αλλά μπορεί να καλύψει τις «ανάγκες του» από προσωρινούς επισκέπτες-καθηγητές που θα προσφέρουν «κατάρτιση» αντί για γνώση, δεξιότητες αντί για ολοκληρωμένη ανάπτυξη της προσωπικότητας, αποσπασματική πληροφορία αντί για παιδεία.
Την ίδια στιγμή, η πραγματικότητα των δεκάδων χιλιάδων ελαστικά εργαζομένων στην εκπαίδευση έχει όλα τα χαρακτηριστικά της βάρβαρης πολιτικής τους. Περιπλανώμενοι εκπαιδευτικοί στη διά βίου αναπλήρωση, με μισθούς από 670 ευρώ, με ολιγόμηνες συμβάσεις που λήγουν υποχρεωτικά κάθε Ιούνιο, πολλές φορές χωρίς ταμείο ανεργίας και χωρίς να γνωρίζουν αν, πού και πότε θα εργαστούν την επόμενη χρονιά!
Απέναντι σε αυτά τα δεδομένα, ο κυβερνητικός συνδικαλισμός χειρίζεται απλώς επικοινωνιακά την απόγνωση χιλιάδων αδιόριστων εκπαιδευτικών. Το ενδιαφέρον του θα εξανεμιστεί αμέσως μετά τις εκλογές για τα υπηρεσιακά συμβούλια, τον Νοέμβριο του 2014.
Αντίθετα, η μαχόμενη εκπαίδευση και η αντικαπιταλιστική πτέρυγα οφείλει και μπορεί να συμβάλει αποφασιστικά με ένα συνεκτικό πλαίσιο στόχων που θα έχει στην προμετωπίδα του τα σύγχρονα μορφωτικά δικαιώματα και τις ανάγκες της εργαζόμενης πλειοψηφίας, θα απαιτεί διορισμό τώρα όλων όσων έχουν έστω και μια ώρα σύμβασης στην εκπαίδευση με ταυτόχρονη κατάργηση της επισφαλούς εργασίας όλων των μορφών, θα φτιάχνει μέτωπο με τους μαθητές και τους γονείς, θα προχωρά στην οργάνωση της πάλης με όλο το εργατικό κίνημα.
Ντίνα Ρέππα, πρόεδρος Συλλόγου Εκπαιδευτικών Π.Ε. "Αριστοτέλης", μέλος της Π.Ε. του ΝΑΡ για την Κομμουνιστική Απελευθέρωση

Συνέχεια, Εναλλαγή ή Ανατροπή, Το «Τρίλημμα» Της Επόμενης Μέρας





Μπαίνουμε στην τελική ευθεία σοβαρών πολιτικών εξελίξεων. Μέσα σε λίγους μήνες από τώρα η πολιτική κατάσταση θα είναι σε κάθε περίπτωση πολύ διαφορετική από τη σημερινή.
Βρισκόμαστε μπροστά σε μια πολιτική καμπή που σφραγίζεται από την αύξηση της επίθεσης, την επιταχυνόμενη φθορά και την εξάντληση των ορίων της συγκυβέρνησης, τις λαϊκές αντιστάσεις που δεν σταματούν και την απότομη κλιμάκωση των ιμπεριαλιστικών ανταγωνισμών και των πολέμων..
Στο μεταίχμιο αυτό τρεις είναι οι επιλογές που ανοίγονται μπροστά στην ελληνική κοινωνία:

Η πρώτη είναι η αυτοκτονική συνέχιση της κανιβαλικής πολιτικής του μαύρου μετώπου της συγκυβέρνησης ΝΔ-ΠΑΣΟΚ, του κεφαλαίου, της ΕΕ και του ΔΝΤ, η επιλογή των κυρίαρχων τάξεων. Επιλογή στηριγμένη στο φόβο τού «θα γίνουμε Ουκρανία», θα «μας διώξουν από το ευρώ και θα πεινάσουμε», στον εκβιασμό, τη βία, την εξαγορά. Έχουμε την αισιοδοξία ότι αυτή η βάρβαρη πολιτική και το πολιτικό-ταξικό μπλοκ που τη στηρίζει θα ηττηθούν.

Η δεύτερη είναι η ελεγχόμενη εναλλαγή «εντός των τειχών»: Η κατάργηση ορισμένων ακραίων πλευρών του Μνημονίου, χωρίς σύγκρουση με την Ευρωπαϊκή Ένωση και τους δανειστές, σε συμφωνία με τις δυνάμεις του κεφαλαίου. Μια πολιτική που βρίσκει επιχειρήματα στο φόβο των δυσκολιών, στο «ρεαλισμό» του συσχετισμού, στις μειωμένες προσδοκίες. Είναι η πολιτική πρόταση του ΣΥΡΙΖΑ, που παίρνει το χαρακτήρα αναζήτησης εναλλακτικής κυβερνητικής λύσης με χαρακτηριστικά «εθνικής ενότητας». Πώς αλλιώς μπορεί κανείς να ερμηνεύσει τις δηλώσεις του Αλ. Τσίπρα στη Ρίαλ ότι (για το σχηματισμό κυβέρνησης) «απαιτείται η συμμετοχή όλων των δυνάμεων της κοινωνίας και της πολιτικής, που στον ένα ή στον άλλο βαθμό συμπίπτουν στον κρίσιμο κοινωνικό και εθνικό σκοπό» ή η επίκληση της «εθνικής συνεννόησης για το χρέος».

Αυτή η πολιτική κατεύθυνση διαχείρισης της καπιταλιστικής κρίσης μέσα στο πλαίσιο της ευρωζώνης και της ΕΕ δεν μπορεί να λύσει σε καμία περίπτωση τα τεράστια λαϊκά προβλήματα και πιθανότατα θα οδηγήσει σε τραγικές εξελίξεις, όπως στην Κύπρο. Θα είναι ανεπίτρεπτο για την αντικαπιταλιστική Αριστερά να μην παίρνει σαφή θέση απέναντι σε αυτή την πολιτική, μένοντας σε αόριστες αμφισημίες, τού τύπου «αν και εφόσον», και φυσικά να μην προτείνει ένα δρόμο για να μην πάνε τα πράγματα έτσι, «για να πάνε τα πράγματα αλλιώς».

Η τρίτη επιλογή είναι ο δρόμος της ανατροπής, ο δρόμος της επιβολής λύσεων ουσιαστικής βελτίωσης της οικονομικής και πολιτικής θέσης των εργαζόμενων σε σύγκρουση με το κεφάλαιο, τους δανειστές και την ΕΕ. Είναι ο δρόμος της συγκέντρωσης δυνάμεων γύρω από το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, της αλλαγής των συσχετισμών μέσα στην κοινωνία και την Αριστερά υπέρ της διεκδίκησής του. Ο δρόμος του οργανωμένου λαού, της οικοδόμησης των λαϊκών οργάνων πάλης, της συγκρότησης του κοινωνικού και πολιτικού μετώπου της ανατροπής..

Αυτό που κρίνεται είναι αν θα πέσει η κυβέρνηση και θα ανατραπεί συνολικά η πολιτική του μαύρου μετώπου κεφαλαίου-ΕΕ-ΔΝΤ οξύνοντας την κρίση της αστικής πολιτικής και ανοίγοντας δρόμους αντικαπιταλιστικής ανατροπής ή αν θα μπούμε σε μια περίοδο «ομαλής κοινοβουλευτικής εναλλαγής, εντός των πλαισίων», με τη συμμετοχή της Αριστεράς. Κι αυτό κρίνεται σήμερα, καθημερινά, στο συσχετισμό δυνάμεων που διαμορφώνεται στη διαπάλη ανάμεσα στις δύο αυτές γραμμές.

Κρίνεται αν θα επικρατήσει η κοινοβουλευτική αναμονή ή η άμεση κλιμάκωση της πάλης. Αν θα βαθύνουν οι διεκδικήσεις μας, δίνοντας ριζοσπαστικό, αντικαπιταλιστικό περιεχόμενο στην αγωνιώδη θέληση του λαού «να αλλάξει την ζωή του», διεκδικώντας την ηγεμονία στο «αντιμνημονιακό» ρεύμα, αναπτύσσοντας το αντικαπιταλιστικό πρόγραμμα, ή θα το ψαλιδίσουμε στο όνομα ενός «αριστερού ρεαλισμού».

Αν θα συνδέσουμε τον σημερινό μας αγώνα με την πορεία προς την επαναστατική αλλαγή και την εργατική εξουσία, δείχνοντας ότι για να αλλάξει η κατάσταση απαιτείται σύγκρουση με το «βαθύ» κράτος, τις δυνάμεις καταστολής, τον δικαστικό και στρατιωτικό μηχανισμό και τον κοινοβουλευτικό ολοκληρωτισμό, σε αντιπαράθεση με αντιλήψεις ενός αφελούς «κυβερνητισμού» που πιστεύει ότι το πρόβλημα της Αριστεράς είναι να «διατυπώσει» τη δική της «καλή» κυβερνητική πρόταση. Αν θα διατηρηθεί και θα βαθύνει η ανεξαρτησία της αντικαπιταλιστικής Αριστεράς ή θα μετατραπεί σε «αριστερό διορθωτή» και «εγγυητή» της πορείας του ΣΥΡΙΖΑ. Αν θα γίνουν άμεσα βήματα στη συμμαχία – συμπόρευση όλων των δυνάμεων που συμφωνούν με την ανάγκη του μετώπου στη βάση του μεταβατικού αντικαπιταλιστικού προγράμματος και διαχωρίζονται καθαρά από τις καταστροφικές αυταπάτες και αμφισημίες απέναντι σε μια πολιτική και μια κυβέρνηση στα πλαίσια της ΕΕ και του συστήματος.

Δημοσιεύθηκε στο ΠΡΙΝ, 31.8.2014

Ένα μποϊκοτάζ για το δρόμο

Δοκιμάσαμε την εφαρμογή κινητών που εντοπίζει τις εταιρείες που στηρίζουν το ισραηλινό Απαρτχάιντ
Ενα μποϊκοτάζ για το δρόμοΣτη Ν. Αφρική δεν θα είχαμε κερδίσει την ελευθερία μας εάν δεν υπήρχε το διεθνές μποϊκοτάζ του απαρτχάιντ Ντέσμοντ Τούτου
O Ιβάν Πάρντο, ένας έφηβος από τη Μεγάλη Βρετανία, είχε μια φαεινή ιδέα. Θα έφτιαχνε μια εφαρμογή για κινητά τηλέφωνα η οποία θα μπορούσε να σκανάρει τον γραμμοκώδικα προϊόντων και αφού συνδεθεί με το Ιντερνετ να ενημερώνει τους καταναλωτές εάν η εταιρεία που τα παράγει ευθύνεται για την καταστροφή του περιβάλλοντος ή τη στήριξη αυταρχικών καθεστώτων. Το 2012, λοιπόν, παρουσίασε το Buycott και άρχισε να εντάσσει σε αυτό διάφορες καμπάνιες για το μποϊκοτάζ εταιρειών. Η εφαρμογή παρέμενε σχετικά άγνωστη στο ευρύ κοινό μέχρι τον περασμένο Απρίλιο όταν εντάχθηκε σε αυτήν και η καμπάνια με τίτλο «Long live Palestine, boycott Israel» για το μποϊκοτάζ εταιρειών που συνεργάζονται ενεργά με το ισραηλινό κράτος.
Λίγα 24ωρα μετά την έναρξη των ισραηλινών επιχειρήσεων στη Λωρίδα της Γάζας και παρά το γεγονός ότι δεν υπήρχε καμία αναφορά σε μεγάλα μέσα ενημέρωσης, το Buycott βρέθηκε στη δεκάδα με τις δημοφιλέστερες εφαρμογές κινητών τηλεφώνων στη Βρετανία και στην πρώτη θέση στη Μέση Ανατολή. Σχεδόν μία εβδομάδα αργότερα, η εφαρμογή ξεπέρασε τα 250.000 «κατεβάσματα» και συνέχισε να διαδίδεται με αστραπιαίους ρυθμούς.
Η λειτουργία της είναι εξαιρετικά απλή: αρκεί κάποιος να την εγκαταστήσει στη συσκευή του, να επιλέξει την καμπάνια «Long live Palestine, boycott Israel» και να ενεργοποιήσει τη σύνδεση του τηλεφώνου με το Ιντερνετ. Η φωτογραφική μηχανή σκανάρει τον γραμμοκώδικα του προϊόντος και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα σε ενημερώνει όχι μόνο για το αν η κατασκευάστρια εταιρεία έχει την έδρα της στο Ισραήλ, αλλά και αν ενισχύει με οποιονδήποτε τρόπο το καθεστώς «απαρτχάιντ» στα κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη.
Αυτά ισχύουν τουλάχιστον σε θεωρητικό επίπεδο, γιατί στην πράξη τα πράγματα ήταν ελαφρώς απογοητευτικά. Θέλοντας να δοκιμάσουμε την εφαρμογή, κινηθήκαμε προς το πλησιέστερο σούπερ μάρκετ και ξεκινήσαμε σκανάροντας τον γραμμοκώδικα σε ένα κουτάκι Coca Cola (πιστοί στην αρχή που λέει ότι ορισμένες εταιρείες μπορεί να μην ξέρεις γιατί τις μποϊκοτάρεις αλλά… ξέρουν αυτές). Η εφαρμογή φάνηκε να λειτουργεί υποδειγματικά και σε λίγα δευτερόλεπτα μάθαμε ότι θα πρέπει να αποφύγουμε το συγκεκριμένο προϊόν, καθώς η εταιρεία εξαγόρασε το 43% της ισραηλινής Neviot Water, η οποία ελέγχει το 40% της αγοράς εμφιαλωμένου νερού στο Ισραήλ.
Στη δεύτερη προσπάθειά μας όμως, σε ένα προϊόν της L’Oreal, η εφαρμογή απέτυχε να μας προειδοποιήσει – παρά το γεγονός ότι η εταιρεία αποτελεί κόκκινο πανί για το περίφημο BDS, το διεθνές κίνημα που προωθεί το μποϊκοτάζ των ισραηλινών προϊόντων. Η L’Oreal διατηρεί έντονη εμπορική δραστηριότητα στο Ισραήλ, ενώ οι θυγατρικές της λειτουργούν εργοστάσια σε κατεχόμενα παλαιστινιακά εδάφη. Πριν από μερικές ημέρες μάλιστα η εταιρεία προκάλεσε διεθνή σάλο όταν έγινε γνωστό ότι ο Ισραηλινός διανομέας της προσέφερε δωρεάν προϊόντα της σειράς Garnier σε στρατιωτίνες, πριν ξεκινήσουν για το σφαγείο της Γάζας. Περιέργως, το όνομα της εταιρείας συμπεριλαμβάνεται στη λίστα της εφαρμογής Buycott με τα «απαγορευμένα» προϊόντα, αλλά στο ελληνικό σούπερ μάρκετ δεν λάβαμε καμία προειδοποίηση. Αρκετοί ακόμη καταναλωτές σε όλο τον κόσμο διαμαρτυρήθηκαν ότι η εφαρμογή απέτυχε να «συλλάβει» γνωστές εταιρείες που στηρίζουν με τις δραστηριότητές τους το κράτος του Ισραήλ.
Ακόμη και έτσι όμως, η εφαρμογή συνέχισε να κάνει πάταγο (μόνο την ημέρα που πραγματοποιήσαμε τη δική μας ενδεικτική έρευνα, περίπου 5.000 άτομα την κατέβασαν στα κινητά τους). Ο συνεπής οπαδός του μποϊκοτάζ του Ισραήλ μπορεί να βρει πολλά προβλήματα, αλλά για δεκάδες καταναλωτές η εφαρμογή λειτουργεί σαν μια συνεχής υπενθύμιση ότι στις σημερινές συνθήκες του παγκοσμιοποιημένου εμπορίου, οι ευθύνες δεν σταματούν στον παραγωγό αλλά φτάνουν και στον καταναλωτή.
Αλλωστε και μόνο η λίστα των εταιρειών που συμπεριλαμβάνονται στο Buycott αποτελεί ένα πολύ ενδιαφέρον ανάγνωσμα για όσους θέλουν να γνωρίσουν την πολιτική θέση των αγαπημένων τους εταιρειών.
Στη λίστα, την οποία μπορεί κανείς να διαβάσει ακόμη και αν δεν θέλει να σκανάρει συγκεκριμένα προϊόντα, συναντάμε εταιρείες όπως τα Starbucks, ο ιδρυτής των οποίων (Χάουαρντ Σουλτζ) έχει βραβευτεί αρκετές φορές από ισραηλινές οργανώσεις για την προώθηση του παγκόσμιου σιωνιστικού κινήματος. Η πίεση μάλιστα στη συγκεκριμένη εταιρεία είναι τόσο μεγάλη ώστε στις αρχές Αυγούστου τα Starbucks εξέδωσαν νέα ανακοίνωση για να διαψεύσουν τη φήμη ότι τμήμα των εσόδων τους καταλήγει στις ισραηλινές ένοπλες δυνάμεις.
Σε εξίσου δύσκολη θέση έχουν βρεθεί η Siemens και η Volvo για τη συνεργασία τους με τον ισραηλινό στρατό, αλλά και η Nestle, η οποία ελέγχει το 50,1% της Osem Investments, του μεγαλύτερου παραγωγού και διανομέα τροφίμων στο Ισραήλ – παρ’ όλα αυτά η εφαρμογή δεν αντέδρασε όταν σκανάραμε προϊόντα της Nestle σε ελληνικό σούπερ μάρκετ.
Την τιμητική της στη λίστα του Buycott είχαν αμερικανικές εταιρείες όπως η Motorola, η οποία έχει βραβευτεί από τον Νετανιάχου για τη συνεισφορά της στην ανάπτυξη της ισραηλινής οικονομίας, αλλά και η Intel, η οποία από το 1974 έφτιαξε στο Ισραήλ το πρώτο κέντρο έρευνας και ανάπτυξης που διαθέτει εκτός των ΗΠΑ.
Και η λίστα θα συνεχίσει να επεκτείνεται, καθώς δεκάδες χιλιάδες καταναλωτές κατεβάζουν καθημερινά την εφαρμογή και ενημερώνουν συνεχώς τους δημιουργούς της για τις τεχνικές ατέλειες και την παράλειψη προϊόντων. Μια πρακτική που, όπως φαίνεται, μόνο αδιάφορη δεν αφήνει πλέον την ισραηλινή κυβέρνηση.
Επισκεφθείτε
www.bdsmovement.net
Ολες οι πληροφορίες για το μποϊκοτάζ στο Ισραήλ σε παγκόσμιο επίπεδο, από την οργάνωση που προκαλεί οργή και τρόμο στην κυβέρνηση του Τελ Αβίβ.
www.buycott.com
Η επίσημη ιστοσελίδα της εφαρμογής Buycott, από όπου μπορείτε να την κατεβάσετε δωρεάν μέσω του App Store και του Google Play.
Intifadagr
Λίστα ισραηλινών εταιρειών στην Ελλάδα που παρουσίασε ο Σύλλογος Αλληλεγγύης στον παλαιστινιακό λαό “Ιντιφάντα”
Αρης Χατζηστεφάνου Εφημερίδα των Συντακτών 23/8/2014

Εξωραΐζοντας την κρίση του ευρώ, μια κριτική στην “μετριοπαθή πρόταση”

Λεωνίδας Βατικιώτης, aαναδημοσίευση από αριστερό blog
1198Σωσίβιο ΣΥΡΙΖΑ στο ευρώ
Πολιτική παρέμβαση κι όχι απλώς μια θεωρητική πραγμάτευση αποτελεί το βιβλίο των Γιάνη Βαρουφάκη, Τζέιμς Γκαλμπρέιθ και Στιούαρτ Χόλαντ, με τίτλο Μια μετριοπαθής πρόταση για την επίλυση της κρίσης του ευρώ (εκδόσεις Ποταμός, 2014). Η πρόταση των συγγραφέων εξ’ αρχής δηλώνεται πως «έτυχε της ενεργούς υποστήριξης από όλες σχεδόν τις πολιτικές πτέρυγες του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου», αποδεικνύοντας, κατά τους συγγραφείς, πως «έχει την δυνατότητα συγκερασμού πολλών διαφορετικών απόψεων σε τέσσερις απλές προτάσεις εξόδου από την κρίση». Στο τέλος δε του βιβλίου αναφέρεται πως η «Μετριοπαθής πρόταση», ανεξαρτήτως αν θα εφαρμοστεί ή όχι «δείχνει στους λαούς της Ευρώπης ότι υπάρχει λελογισμένη, αποτελεσματική, άμεσα εφαρμόσιμη, μετριοπαθής εναλλακτική πρόταση για την επίλυση της κρίσης του ευρώ».

Ο πολιτικός χαρακτήρας της πρότασης επιβεβαιώνεται όχι μόνο από την παρουσία του προέδρου του ΣΥΡΙΖΑ στην εκδήλωση παρουσίασης του βιβλίου, στις 17 Ιουνίου, και τα όσα εγκωμιαστικά εκεί ανέφερε με πιο σημαντικό τον χαρακτηρισμό της πρότασης ως ριζοσπαστική, κι όχι ως μετριοπαθή όπως την αποκαλούν οι συγγραφείς της. Το πολιτικό της βάρος κι ειδικότερα η στενή της σχέση με την πολιτική γραμμή του ΣΥΡΙΖΑ επιβεβαιώνεται από μια βασική κοινή αντίληψη που απορρίπτει την αμφισβήτηση του οικοδομήματος της ΕΕ ή την παραπέμπει στο αόριστο μέλλον, επικρίνοντας την διαχείρισή του. Έτσι οι προτάσεις που διατυπώνονται αφήνουν στο απυρόβλητο την δομή της ΕΕ και της ευρωζώνης, θεωρώντας τις ακόμη και άμοιρες ευθυνών για την σημερινή κρίση, εστιάζοντας όλη την πολεμική στα μέσα διαχείρισής της.
Περιττό να ειπωθεί ότι μια τέτοια συλλογιστική, έστω κι έμμεσα, αδυνατεί να εξηγήσει με έναν επιστημονικό και ιστορικό τρόπο την ένταση με την οποία εμφανίζεται η κρίση. Επίσης νομιμοποιεί στη συνείδηση της κοινωνίας τους μηχανισμούς της ΕΕ.
Κατά την άποψή μου, οι λύσεις που περιλαμβάνονται στην Μετριοπαθή πρόταση θα έχουν την τύχη κι άλλων «ήπιων πολιτικά» προτάσεων που έχουν διατυπωθεί τα τελευταία χρόνια επιχειρώντας να συμβιβάσουν τα ασυμβίβαστα για να καταλήξουν τελικά στα αζήτητα, με πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόταση έκδοσης ευρω-ομολόγου. Η Μετριοπαθής πρόταση πάσχει από μια ιδεολογική, δηλαδή μη επιστημονική, μεροληπτική ανάγνωση της πραγματικότητας όπως ειδικότερα έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια. Η ερμηνεία που δίνει στην κρίση είναι επιφανειακή κι ως εκ τούτου, αναπόδραστα, οι συνταγές που προκρίνονται (όταν δεν είναι επικίνδυνες για τα λαϊκά στρώματα) είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό, προς διάψευση της παραδοχής ότι αρκεί ο σεβασμός στις συνθήκες για να συζητηθεί και να υιοθετηθεί μια εναλλακτική και εκ πρώτης όψεως βιώσιμη διαχειριστική λύση.
Τα μέτρα που περιλαμβάνονται στην Μετριοπαθή πρόταση για την επίλυση της κρίσης του ευρώ (εκδ. Ποταμός, 2014) των Γ. Βαρουφάκη, Τζ. Γκαλπρέιθ και Στ. Χόλαντ παραβλέπουν τον δομικό χαρακτήρα της τρέχουσας καπιταλιστικής κρίσης. Επίσης παραγνωρίζουν τον ρόλο της ΕΕ, ως ενορχηστρωτή της επίθεσης του κεφαλαίου η οποία διευκολύνεται από την όξυνση της κρίσης.
Εν συντομία, οι συγγραφείς υποστηρίζουν ότι «η ευρωζώνη πλήττεται από (και καλείται) να αντιμετωπίσει τέσσερις κρίσεις: την τραπεζική, την κρίση του δημόσιου χρέους, την πτώση των επενδύσεων και μια πρωτόγνωρη ανθρωπιστική κρίση».
Στο έδαφος της παραπάνω «διάγνωσης» προτείνουν τέσσερα μέτρα, που «σέβονται το γράμμα των Συνθηκών, έτσι ώστε να μη χρειάζεται καμία αναθεώρησή τους». Πρώτο, όταν ο εποπτικός μηχανισμός της ΕΚΤ διαπιστώσει ότι μια τράπεζα της ευρωζώνης αντιμετωπίζει θέμα κεφαλαιοποίησης, το κράτος – μέλος στο οποίο έχει την έδρα της η τράπεζα μπορεί, κατά το δοκούν, να ζητήσει την άμεση ανακεφαλαιοποίηση της από τον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας (ΕΜΣ), παραπέμποντας την τράπεζα στον ΕΜΣ και στην ΕΚΤ (και αποποιούμενο τη δική του εποπτική ευθύνη όσον αφορά την εν λόγω τράπεζα). Το δεύτερο μέτρο αποσκοπεί στην αντιμετώπιση της κρίσης δημόσιου χρέους και προβλέπει πως με τη λήξη του ομολόγου μιας χώρας που πλήττεται από κρίση δημόσιου χρέους, τότε η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα παρεμβαίνει αποπληρώνοντας ποσοστό του ομολόγου που αντιστοιχεί στο κατά Μάαστριχτ νόμιμο χρέος, που ισούται με το 60% του ΑΕΠ. Η αποπληρωμή θα γίνεται με την έκδοση νέων ομολόγων που θα βαραίνουν το κράτος μέλος, τα οποία όμως θα εγγυάται η ΕΚΤ προικίζοντάς τα έτσι με ένα χαμηλό επιτόκιο κάτω του 2%, αντί για το επιτόκιο με το οποίο δανείζονται οι πληττόμενες χώρες τώρα που υπερβαίνει το 4%. Το τρίτο μέτρο σκοπεύει σε ένα «πανευρωπαϊκό επενδυτικό πρόγραμμα για την ανάκαμψη και τη συνοχή», με λίγα λόγια σε ένα ευρωπαϊκό «νιου ντιλ». Ως μέσο προτείνονται φιλόδοξα επενδυτικά προγράμματα της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων (ΕΤΕπ) και του Ευρωπαϊκού Επενδυτικού Ταμείου (ΕΕΤ) με την εθνική συμμετοχή (που αφορά στο 50%) η οποία αδυνατώντας να καλυφθεί με τις παραδοσιακές μεθόδους (από τον κρατικό προϋπολογισμό), λόγω κρίσης, να καλύπτεται, μεταξύ άλλων τρόπων, από ομολογιακές εκδόσεις της ΕΚΤ που θα χρεώνονται στα κράτη μέλη. Στο τέταρτο μέτρο, που τιτλοφορείται «κατεπείγον πρόγραμμα κοινωνικής αλληλεγγύης», περιλαμβάνεται ένα «θερμιδικό» πρόγραμμα το οποίο θα εξασφαλίζει τη διατροφική επάρκεια, στα βήματα των αμερικάνικων «κουπονιών σίτισης» κι επίσης η κάλυψη ελάχιστων ενεργειακών και μεταφορικών αναγκών. Το κόστος του προτείνεται να καλυφθεί από τα κέρδη που δίνει στις πλεονασματικές χώρες το λογιστικό σύστημα Target 2, που επιτρέπει και διευκολύνει τις συναλλαγές στη ζώνη του ευρώ.
Η πρώτη πρόταση των τριών συγγραφέων για την αντιμετώπιση της τραπεζικής κρίσης ισοδυναμεί, μιλώντας για την Ελλάδα, με τον ταχύτατο αφελληνισμό των τραπεζών. Μπροστά στην βιασύνη να επιλυθεί το ακανθώδες πρόβλημα της έλλειψης πιστώσεων θα χαρισθούν οι προβληματικές τράπεζες της ευρωπαϊκής περιφέρειας στον Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Σταθερότητας και μέσω αυτού, όπως εύκολα μπορούμε να υποθέσουμε, στις μεγάλες γερμανικές τράπεζες που ούτως ή άλλως τις εποφθαλμιούν. Θα πρόκειται για μια εξέλιξη καταστροφική καθώς θα επιταχύνει την τάση περιθωριοποίησης και παρακμής του ελληνικού καπιταλισμού προς όφελος εκείνων των τραπεζών με έδρα στον πυρήνα της ευρωζώνης όπως η Γερμανία. Κατ’ αντιστοιχία με ό,τι συνέβη σε άλλους κλάδους της οικονομίας (ναυπηγεία, κλωστοϋφαντουργία), η υπέρβαση των εθνικά κατακερματισμένων αγορών θα σηματοδοτήσει τη διχοτόμηση της ενιαίας κατά τ’ άλλα αγοράς από ένα παντοδύναμο κέντρο και μια χωλαίνουσα περιφέρεια.
Λίγες τράπεζες κι αυτές γερμανικές προτείνουν Γ. Βαρουφάκης, Τζ. Γκαλμπρέιθ, Στ. Χόλαντ και ΣΥΡΙΖΑ!
Υπάρχει όμως και κάτι σημαντικότερο: Η άφεση αμαρτιών που δίνει η Μετριοπαθής πρόταση σε όσους αποφάσισαν υπό αδιαφανείς και σκανδαλώδεις διαδικασίες να χρυσώσουν τις τράπεζες με πακτωλούς χρημάτων και τώρα μες στη βιασύνη τους διερευνούν ακόμη και το κλείσιμο του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας ώστε να θαφτούν για πάντα όσα έγιναν, μπροστά στα οποία το σκάνδαλο Κοσκωτά μοιάζει με παρωνυχίδα. Στην Ελλάδα οι τράπεζες οικειοποιήθηκαν 211,5 δισ. ευρώ από το 2008 μέχρι τώρα και μένει να μάθουμε τις επόμενες εβδομάδες, με την διενέργεια των «τεστ αντοχής» που έχει παραγγείλει η ΕΚΤ, αν θα αρπάξουν και τα υπόλοιπα 11 δισ. που παραμένουν στην διάθεσή τους. Στις 27 χώρες μέλη της ΕΕ από το 2008 μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου 2012 εγκρίθηκαν 5,086 τρισ. ευρώ ή το 40,3% του ΑΕΠ του 2011. Μάλιστα αυτή η πρωτοφανής σε έκταση μετάγγιση αναιρεί και μια θεμελιώδη παραδοχή των συγγραφέων που αποδίδει την κρίση ή έστω τον τρέχον παροξυσμό της στον «θανάσιμο εναγκαλισμό» μεταξύ πτωχευμένων κρατών και πτωχευμένων τραπεζών. Αυτή όμως η ερμηνεία συγκαλύπτει ένα έγκλημα. Στην Ιρλανδία και την Κύπρο, με τον πιο κραυγαλέο τρόπο, η κρίση ξεκίνησε ως τραπεζική και μετατράπηκε σε δημοσιονομική όταν τα δημόσια ταμεία, κατ’ εντολή της ΕΕ που μεθόδευσε την επιβολή των Μνημονίων και τον σχεδιασμό των προγραμμάτων λιτότητας, κλήθηκαν να σώσουν τις τράπεζες. Μέχρι τότε τα δημόσια οικονομικά τους έχαιραν ασυνήθιστης άκρας υγείας. Το δημόσιο χρέος της Ιρλανδίας το 2009 ένα χρόνο πριν αναλάβει τα τραπεζικά χρέη ήταν 64,8% του ΑΕΠ, ενώ της Κύπρου ακόμη και το 2011 ήταν 71,1% του ΑΕΠ. Η αντίστοιχη επιχείρηση μεταφοράς πόρων που συντελέστηκε στην Ελλάδα στο σκέλος των ωφελημένων δεν είχε γενικά τις τράπεζες. Ειδικότερα είχε τις γερμανο-γαλλικές τράπεζες που διασώθηκαν με τα χρήματα του πρώτου δανείου όταν ξεφορτώνονταν τα ελληνικά ομόλογα που κρατούσαν με αποτέλεσμα οι τοποθετήσεις τους στο ελληνικό χρέος από 122,6 δισ. ευρώ στις 31.12.2009 να μειωθούν στο μισό (65 δισ. ευρώ) δύο χρόνια αργότερα, στις 31.12.2011, ανοίγοντας έτσι τον δρόμο για το κούρεμα των ομολόγων μέσω του PSI. Επομένως, το κόστος που έχουν αναλάβει οι ευρωπαίοι φορολογούμενοι για να σώσουν τις τράπεζες επιβάλλει μία, και μόνο μία, λύση ως αυτονόητη και την πλέον ορθολογική μιας και αντιστοιχίζει το όφελος στο κόστος: την εθνικοποίηση των τραπεζών χωρίς καμία αποζημίωση και την ποινική δίωξη των διοικήσεων που τις οδήγησαν «στα βράχια» όπως και των κεντρικών τραπεζών που απέτυχαν παταγωδώς στον εποπτικό τους ρόλο. Πέραν της αναγκαιότητας, η αποτελεσματικότητα αυτής της επιλογής φάνηκε πεντακάθαρα στην Ισλανδία, όπου η υιοθέτησή της έλυσε οριστικά το πρόβλημα του χρηματοπιστωτικού τομέα. Στην Ελλάδα αντίθετα οι τράπεζες, παρά τους τεράστιους πόρους που έχουν απορροφήσει, κρατούν τις στρόφιγγες του δανεισμού ερμητικά κλειστές. Με βάση τα στοιχεία που έδωσε η Τράπεζα Ελλάδας τα υπόλοιπα των δανείων τον Ιούλιο του 2014 ήταν μειωμένα κατά 9 δισ. ευρώ σε σχέση με τον Ιούλιο του 2013 (από 222,4 πέρυσι, 213,8 φέτος). Μια εικόνα επομένως που δείχνει «τις πτωχευμένες τράπεζες και τα πτωχευμένα κράτη μέλη της ευρωζώνης σαν αδύναμους κολυμβητές που γραπώνονται ο ένας από τον άλλο καθώς βυθίζονται μαζί στον πάτο της φουρτουνιασμένης θάλασσας» όχι μόνο δεν αντιστοιχεί στην πραγματικότητα, αλλά συσκοτίζει και το σκάνδαλο της διάσωσης των τραπεζών.
Η δεύτερη πρόταση επαναφέρει, με έμμεσο τρόπο, την αμοιβαιοποίηση μέρους του δημόσιου χρέους των υπερχρεωμένων χωρών. Ωστόσο κι οι ίδιοι οι συγγραφείς ομολογούν πως το αποτέλεσμα θα είναι σε βάθος 20ετίας το σύνολο των τοκοχρεολυσίων να έχει μειωθεί κατά 50%. Η επίλυση έτσι της κρίσης μετατίθεται για την επόμενη 20ετία, ενώ δεν απαντιέται πόσο θα επηρεαστεί το αξιόχρεο της ΕΚΤ όσο θα εγγυάται την έκδοση νέων ομολόγων. Το λογικό είναι πως σιγά – σιγά τα χαμηλά επιτόκια της ΕΚΤ θα αυξάνονται και θα τείνουν στο υψηλό επίπεδο με το οποίο δανείζονται τα αναξιόχρεα κράτη – μέλη. Το όφελος δηλαδή πολύ σύντομα θα εκλείψει, προκαλώντας την αντίδραση των πλεονασματικών κρατών που θα βλέπουν τα ελλειμματικά κράτη να μεταδίδουν την κρίση τους στην ΕΚΤ.
Η πρόταση της αμοιβαιοποίησης του δημόσιου χρέους τίθεται με σαφήνεια, μεταξύ άλλων κι από τον γάλλο οικονομολόγο Τομά Πικετύ, στο πολυσυζητημένο βιβλίο του, Το κεφάλαιο στον 21ο αιώνα (Harvard University Press, 2014). «Ο μόνος τρόπος για να ξεπεραστούν αυτές οι αντιθέσεις είναι οι χώρες της ευρωζώνης (ή όσες το επιθυμούν) να ενοποιήσουν το χρέος τους», αναφέρει στη σελίδα 558. Τρία είναι τα ζητήματα που εγείρονται απ’ αυτή την πρόταση. Πρώτο, ότι η Γερμανία δεν έχει κανέναν λόγο για να σηκώσει ένα τέτοιο βάρος. Δεύτερο, ότι οι διαδικασίες δημοσιονομικής σύγκλισης που προβλέπονται ως αυστηρός όρος σε αυτή την πορεία θα είναι τόσο επώδυνες για τις υπερχρεωμένες ελλειμματικές χώρες, με τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς και τα άλλα μέτρα που προβλέπονται στο Δημοσιονομικό Σύμφωνο, ώστε τελικά η αμοιβαιοποίηση δεν θα σημάνει ελάφρυνση. Τέλος, κανέναν δεν νοιάζει η μείωση του δημόσιου χρέους, όπως δείχνει η αύξησή του αυτά τα χρόνια σε όλες τις χώρες που τέθηκαν σε καθεστώς Μνημονίου. Η διαιώνισή του αντίθετα αποδείχθηκε πρώτης τάξης μέσο εκβιασμού. Γιατί να χάσουν ένα τέτοιο εργαλείο;
Ανέφικτος στόχος οι μαζικές επενδύσεις
ΒΑΘΥΤΕΡΕΣ ΑΝΤΙΝΟΜΙΕΣ ΤΟΥ ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ ΩΘΟΥΝ ΣΤΗΝ ΥΠΕΤΡΟΦΙΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΟΥ ΧΡΗΜΑΤΟΠΙΣΤΩΤΙΚΟΥ ΤΟΜΕΑ
Το τρίτο μέτρο της «Μετριοπαθούς πρότασης για την επίλυση της κρίσης του ευρώ» των Βαρουφάκη, Γκαλμπρέιθ και Ολάντ αφορά στην χρηματοδότηση μαζικών επενδύσεων, με τις οποίες θα ξεπερασθεί η κρίση. Πέραν των τεχνικών προβλημάτων που εγείρει η πρόταση (έμμεση εμπλοκή της ΕΚΤ όταν κάτι τέτοιο απαγορεύεται από το καταστατικό της, ακόμη κι έμμεσα, επίσης νέα υπερχρέωση των κρατών μελών) υποτιμώνται οι βαθύτερες αιτίες που έχουν οδηγήσει σε σχετική μείωση τις παραγωγικές επενδύσεις προς όφελος του χρηματοπιστωτικού τζόγου, σε όλο τον καπιταλισμό κι όχι μόνο στις χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, όσο κι αν σε αυτές εμφανίζεται πιο έντονα. Αιτίες που σχετίζονται, σε τελική έστω ανάλυση, με την πτωτική τάση του ποσοστού κέρδους και την ιστορική κρίση που διερχόμαστε.
Αυτό το αδιέξοδο πολύ περιεκτικά περιγράφεται από τον Μαουρίτσιο Λατσαράτο στο εξαιρετικό βιβλίο του Η κατασκευή του χρεωμένου ανθρώπου (εκδ. Αλεξάνδρεια, 2014): «Αν η πίστωση και το χρήμα φανερώνουν την κοινή τους φύση ως “χρεών”, είναι επειδή η συσσώρευση έχει παγώσει, όντας ανίκανη να εξασφαλίσει νέες αποδόσεις».
Πιο αναλυτικά περιγράφεται από τον Αντρέ Γκορζ σε ένα θαυμάσιο κείμενό του που δημοσιεύτηκε τον Απρίλιο στην ιστοσελίδα socialpolicy.gr με τίτλο «Η έξοδος από τον καπιταλισμό έχει ήδη ξεκινήσει». Αναφέρει εκεί ο γαλλο-αυστριακός φιλόσοφος: «Η κρίση του συστήματος εκδηλώνεται τόσο σε μακρο-οικονομικό όσο και σε μικρο-οικονομικό επίπεδο. Βασίζεται κυρίως σε μια τεχνοεπιστημονική αναστάτωση που επιφέρει μια ρήξη στην ανάπτυξη του καπιταλισμού και καταστρέφει με τον αντίκτυπό της τα θεμέλια της δύναμης και της ικανότητάς του να αναπαράγεται…
Η εισαγωγή της πληροφορικής και η αυτοματοποίηση της παραγωγής επέτρεψαν την παραγωγή αυξανόμενων ποσοτήτων εμπορευμάτων με μειωνόμενες ποσότητες εργασίας. Το κόστος εργασίας ανά μονάδα προϊόντος περιορίζεται διαρκώς και η τιμή των προϊόντων τείνει προς τα κάτω. Κι όμως, όσο η ποσότητα εργασίας για μια δεδομένη παραγωγή μειώνεται τόσο η αξία που παράγεται ανά εργαζόμενο –η παραγωγικότητά του- πρέπει να αυξάνεται ούτως ώστε ο όγκος του εισπράξιμου κέρδους να μη μειώνεται.
Έχουμε συνεπώς αυτό το φαινομενικό παράδοξο: όσο περισσότερο αυξάνεται η παραγωγικότητα, τόσο περισσότερο πρέπει να αυξάνεται επιπλέον για να αποφευχθεί η μείωση του όγκου του κέρδους.
Η κούρσα της παραγωγικότητας τείνει έτσι να επιταχύνει τους ρυθμούς της, οι πραγματικοί εργαζόμενοι να μειώνονται, η πίεση στο προσωπικό να γίνεται πιο έντονη, το επίπεδο και ο όγκος των μισθών να περιορίζονται. Το σύστημα εξελίσσεται προς ένα εσωτερικό όριο όπου η παραγωγή και η επένδυση στην παραγωγή παύουν να είναι αρκετά αποδοτικές.
Οι αριθμοί πιστοποιούν πως έχουμε φτάσει σ’ αυτό το όριο. Η παραγωγική συσσώρευση του παραγωγικού κεφαλαίου δε σταματά να υποχωρεί. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι 500 επιχειρήσεις του δείκτη Standard & Poor’s διαθέτουν 631 δισεκατομμύρια ρευστών αποθεμάτων· το ήμισυ των κερδών των αμερικανικών επιχειρήσεων προέρχεται από ενέργειες στις κεφαλαιαγορές.
Στη Γαλλία, η παραγωγική επένδυση των επιχειρήσεων του δείκτη CAC 40 δεν αυξάνεται ακόμα κι όταν τα κέρδη τους εκτινάσσονται. Ένα αυξανόμενο μέρος των συσσωρευμένων κεφαλαίων – που η παραγωγή δε μπορεί να αξιοποιήσει στο σύνολό τους – διατηρεί τη μορφή του χρηματιστικού κεφαλαίου. Εγκαθιδρύεται έτσι μια χρηματοοικονομική βιομηχανία που τελειοποιεί συνεχώς την τέχνη της δημιουργίας χρήματος μέσα από την αποκλειστική αγοραπωλησία διαφόρων μορφών χρήματος».
Το ερώτημα επομένως δεν αφορά στη χρηματοδότηση των αναγκαίων μαζικών επενδύσεων, αλλά στην αδυναμία του σύγχρονου καπιταλισμού να τις πραγματοποιήσει.
“ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ”: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΤΗΣ ΕΞΑΘΛΙΩΣΗΣ
Μέτρα ισοδύναμα  της αστικής φιλανθρωπίας
Ο ανταγωνιστικός χαρακτήρας της «Μετριοπαθούς πρότασης για την επίλυση της κρίσης του ευρώ» ακόμη και με τα βραχυπρόθεσμα εργατικά συμφέροντα (όπως συμπυκνώνονται στο αίτημα βελτίωσης της θέσης των εργαζομένων ως αποτέλεσμα της μείωσης των κερδών του κεφαλαίου) αποκαλύπτεται στην τέταρτη και τελευταία πρόταση που αφορά την αντιμετώπιση της ανθρωπιστικής κρίσης με μέτρα φιλανθρωπικού χαρακτήρα (μια προβληματική που προέρχεται από την νεοφιλελεύθερη εργαλειοθήκη). Οι συγγραφείς του εγχειριδίου κάνουν σαν να μην ξέρουν πως η ανθρωπιστική κρίση είναι μόνο η κορυφή του παγόβουνου. Εκτός του ορατού πεδίου βρίσκεται μια ιστορικών διαστάσεων επιδείνωση της θέσης της ζωντανής εργασίας όπως αντανακλάται, ενδεικτικά, στο μερίδιο των μισθών στο ΑΕΠ που συρρικνώνεται σταθερά. Στις χώρες της ευρωζώνης των 12 από 72,4% την δεκαετία 1971-1980, μειώθηκε σε 69,4% την περίοδο 1981-1990, στο 66,7% την δεκαετία 1991-2000 και στο 64,4% από το 2001 μέχρι το 2010 (Statistical Annex of European Economy, Spring 2014, European Commission). Η πτώση της συμμετοχής των εργατικών μισθών στο συνολικό προϊόν δεν αποτελεί γενικώς μια αυθόρμητη τάση του κεφαλαίου, αποτέλεσμα μικρών κι ανεπαίσθητων μετατοπίσεων. Η αυλαία άνοιξε επί του σοσιαλδημοκράτη καγκελάριου Γκέρχαρντ Σρέντερ και η εφαρμογή τους γενικεύτηκε με την βοήθεια της ΕΕ. Ουδέποτε θα είχε επιβληθεί μια κι έξω μείωση μισθών στην Ελλάδα της τάξης του 22% ή κατάργηση των συλλογικών συμβάσεων εργασίας, του κατώτατου μισθού και των επιδομάτων χωρίς την αρωγή της Τρόικας, όπου η ΕΕ συμμετέχει με δύο από τα 3 μέλη. Τα συσσίτια μπορεί να βοηθούν στην αντιμετώπιση των πιο ακραίων μορφών της κρίσης (κάτι άλλωστε που έχει ήδη γίνει τον τελευταίο χρόνο) επ’ ουδενί ωστόσο δεν αντιμετωπίζουν τις αιτίες της φτωχοποίησης της κοινωνίας, όπως εμφανίζεται όχι μόνο στην περιφέρεια της ευρωζώνης, αλλά και στον πυρήνα της. Με βάση την πρόταση των 3 οικονομολόγων για χρηματοδότηση από το Target 2, πώς άραγε θα αντιμετωπιστεί η φτώχεια των 7 εκ. Γερμανών που εργάζονται στις «μικρο-δουλειές» για 350 ευρώ τον μήνα; Ακόμη όμως και στην περιφέρεια πώς θα χρηματοδοτηθούν μακροπρόθεσμα οι αναγκαίες παρεμβάσεις καθώς σταδιακά εξισορροπούνται οι πληρωμές στο σύστημα και τα σχετικά κέρδη ακολουθούν φθίνουσα πορεία; Επίσης για ποιο λόγο οι πλεονασματικές χώρες να παραιτηθούν από τα κέρδη τους, όταν θα μπορούν να επικαλεστούν ότι τα συνοδεύοντα κόστη λειτουργούν κι ως τροχοπέδη για την επέκταση των ελλειμματικών χωρών και τυχόν αφαίρεσή του θα οδηγήσει τις ανισότητες στα άκρα, προφέροντας κίνητρα για νέες ανισορροπίες…
Εν κατακλείδι, η Μετριοπαθής πρόταση δεν πείθει για την δυνατότητά της να επιλύσει την κρίση του ευρώ. Η αδυναμία της πηγάζει από την (απλοϊκή) πεποίθηση των συγγραφέων ότι τα σημερινά προβλήματα είναι απόρροια ελλιπούς κατανόησης του χαρακτήρα της κρίσης από τους κυβερνώντες, επομένως αρκεί να βρεθούν κάποιοι με περισσότερες γνώσεις να υποδείξουν τις λύσεις και τότε …όλα θα διορθωθούν.
Αντίθετα με τους παραπάνω ισχυρισμούς, που εξωραΐζουν την κατάσταση δημιουργώντας αυταπάτες, η κρίση του ευρώ αποκαλύπτει το ταξικό σχέδιο βαθέως κοινωνικού μετασχηματισμού που είναι σε εξέλιξη σε όλη την Ευρώπη και υλοποιείται από έναν καταιγισμό μέτρων. Αυτό το σχέδιο δεν μπορεί να ανατραπεί όσο δηλώνεται πίστη και σεβασμός στις ιδρυτικές συνθήκες της ΕΕ και της ευρωζώνης που έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο στην μείωση των μισθών, τις απολύσεις δημοσίων υπαλλήλων και τις ιδιωτικοποιήσεις. Προϋπόθεση για την λύση της κρίσης του ευρώ είναι η έξοδος από το ευρώ κατ’ αρχάς και την ΕΕ, μια πορεία που δεν θα είναι ούτε ευθύγραμμη ούτε ανώδυνη, θα λύνει όμως οριστικά τον γόρδιο δεσμό.

 (Πριν, 31 Αυγούστου 2014)

Xιλιάδες παιδιά εκτός παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ
Δεκάδες χιλιάδες παιδιά, νήπια και βρέφη βρίσκονται εκτός παιδικών και βρεφονηπιακών σταθμών, τη νέα περίοδο λειτουργίας τους, που ξεκινά την 1η Σεπτέμβρη. Χιλιάδες οικογένειες, που δεν μπόρεσαν να ενταχθούν στο πρόγραμμα φιλοξενίας μέσω ΕΣΠΑ, βιώνουν την αγωνία εύρεσης μιας θέσης για το παιδί τους. Αποτέλεσμα της πολιτικής με την οποία κυβέρνηση και Ε.Ε. αντιμετωπίζουν το παιδί και την ανάγκη προσχολικής αγωγής. Της πολιτικής που συρρικνώνει τις κοινωνικές δαπάνες και τις κοινωνικές υπηρεσίες των δήμων. Της πολιτικής που επιτάσσει αντί σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα  οι δήμοι να λειτουργούν με μόνιμο προσωπικό, αυτό να αντικαθίσταται σε πάρα πολλές περιπτώσεις με 5μηνίτες και 2μηνίτες ή να αναθέτουν τμήματα των λειτουργιών τους σε «Κοινωνικές Συνεταιριστικές Επιχειρήσεις».
Μια πολιτική που θα οδηγήσει δεκάδες δημοτικούς σταθμούς σε κλείσιμο αν περάσει η αξιολόγηση (βλ. μαζικές απολύσεις) στους εργαζόμενους στους ΟΤΑ και η ενδοδημοτική κινητικότητα. Που δρομολόγησε την υποβάθμιση μέσα από τη μείωση της κρατικής χρηματοδότησης για τη λειτουργία των παιδικών σταθμών, στη συνέχεια επέβαλλε τροφεία και πέρασε τη χρηματοδότηση στα μειωμένα κονδύλια του ΕΣΠΑ. Στο φετινό πρόγραμμα του ΕΣΠΑ μειώνει τις δαπάνες ανά παιδί, οδηγώντας σε υποβάθμιση του επιπέδου διατροφής, μείωση και στέρηση αναγκαίων για το παιδί δραστηριοτήτων.
Καλούμε τις εργαζόμενες οικογένειες να μην αποδεχτούν αυτή την κατάσταση. Η προσχολική αγωγή είναι απαραίτητο στοιχείο στην ανάπτυξη της προσωπικότητας του παιδιού. Με μαζικό και συλλογικό αγώνα, με κινηματικές διαδικασίες να διεκδικήσουν όλα όσα σαν εργαζόμενοι γονείς δικαιούνται και αυτοί και τα παιδιά τους.
Παλεύουμε για:
  • Να πηγαίνουν όλα τα παιδιά ελλήνων και μεταναστών σε δημόσιους ή δημοτικούς παιδικούς σταθμούς δωρεάν. Να καταργηθούν άμεσα τα τροφεία και η οποιαδήποτε επιβάρυνση των οικογενειών.
  • Σε κάθε παιδικό σταθμό να εργάζεται επαρκές προσωπικό ώστε να εξασφαλίζεται παιδαγωγικά η σωστή λειτουργία του σταθμού. Να εργάζονται με μόνιμη και πλήρη απασχόληση και να αμείβονται με μισθό που να καλύπτει τις ανάγκες τους
  • Οι κτηριακές υποδομές να είναι κατάλληλες και να πληρούν όλες τις προϋποθέσεις, σωματικής και ψυχικής υγιεινής όπως και ασφαλείας
  • Να παρέχεται δωρεάν και υγιεινή σίτιση
  • Να εξασφαλίζεται το σύνολο των δραστηριοτήτων (πολιτιστικές, αθλητικές, περιβαλλοντικές) για τη σωστή ανάπτυξη του παιδιού.
  • Να μην απολυθεί κανένας εργαζόμενος παιδικού σταθμού. Να μονιμοποιηθούν όλοι οι συμβασιούχοι. Να μην κλείσει κανένας παιδικός σταθμός
  • Να αυξηθούν τα κονδύλια για τη φιλοξενία των παιδιών, ώστε να καλυφθεί το 100% των δομών (αντί για το 70%) και το ύψος του ποσού για κάθε παιδί.
  • Να δοθούν άμεσα τα χρήματα που χρωστάει το κράτος στους δήμους και να διατεθούν για τη λειτουργία των κοινωνικών υπηρεσιών όπως οι παιδικού σταθμοί.
  • Να καταργηθούν τα άθλια κριτήρια ένταξης στο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ με τα οποία αποκλείονται εξαρχής χιλιάδες παιδιά εργαζόμενων οικογενειών.
  • Να μη μείνει κανένα παιδί, που είχε κάνει αίτηση στο πρόγραμμα του ΕΣΠΑ, εκτός παιδικού σταθμού.
ΝΑΡ για την ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗ, επιτροπή πόλης, χώρου, περιβάλλοντος, Αθήνα 1/9/2014

Τροποποίηση του Ποινικού Κώδικα: Το δώρο της Χρυσής Αυγής

Kώστας Παπαδάκης
Σε ένα μακρόχρονο περιβάλλον αυξανόμενης κοινωνικής υποβάθμισης και λεηλασίας, αυταρχισμού όλων των εξουσιών, καταστολής και συρρίκνωσης της έννομης προστασίας και των δημοκρατικών δικαιωμάτων και ελευθεριών των πολιτών θα ήταν σφάλμα κάθε προσδοκία προοδευτικής μεταρρύθμισης του Ποινικού Κώδικα.
Το νομοσχέδιο δεν δόθηκε ολόκληρο στη δημοσιότητα και συνεπώς δεν είναι δυνατός ο σχολιασμός του συνόλου του. Για όσα διέρρευσαν -επιλεκτικά και για σφυγμομέτρηση των αντιδράσεων- άξια επισήμανσης είναι τα ακόλουθα:
Πρώτον, η αποσυμφόρηση των φυλακών δεν πρόκειται να επιτευχθεί με την κατάργηση μικροαδικημάτων ή την πρόβλεψη εναλλακτικών ποινών (άν ποτέ εφαρμοστούν). Είναι κυρίως προϊόν υπερδιόγκωσης της θέσπισης και απόδοσης κακουργημάτων και προφυλακίσεων, δικαστικού ρατσισμού, εγκληματοποίησης της φτώχειας, της περιθωριοποίησης της μετανάστευσης, των αντιστάσεων. Και απαιτεί ουσιαστική αποποινικοποίηση και σοβαρό περιορισμό των προφυλακίσεων.
 
Δεύτερον, ουσιαστική αποποινικοποίηση δεν συνιστά η τυπική κατάργηση σωρείας άχρηστων άρθρων του Ποινικού Κώδικα, για την οποία μάλιστα χρειάστηκαν πέντε χρόνια (!), αλλά η μείωση των επιβαρυντικών περιστάσεων που αναβαθμίζουν δεκάδες πλημμελήματα σε κακουργήματα.
 
Τρίτον, η τροποποίηση του τρομονόμου με την προσθήκη του οικονομικού κινήτρου ως υποχρεωτικού στοιχείου για το αδίκημα της συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωση (σημερινό ΠΚ187) ασφαλώς αποτελεί ομολογία ότι μέχρι σήμερα διώκονταν και άλλα κίνητρα, τα πολιτικά. Έχουν διωχθεί δεκάδες κατηγορούμενοι για τις υποθέσεις των 17Ν, ΕΑ ΣΠΦ κ,λπ. Αλλά αυτοί δεν διώκονται μόνο με το ΠΚ 187, αλλά και με το ΠΚ 187Α, που δεν καταργείται. Ανεξάρτητα από την πάγια θέση αρχής να καταργηθούν πλήρως όλοι οι τρομονόμοι, η συγκεκριμένη τροποποίηση σήμερα είναι δώρο στην Χρυσή Αυγή, ικανό να απαλλάξει άμεσα με βούλευμα τους περισσότερους κατηγορουμένους της.
 
Τέταρτο, το -πολύ μικρό όσο ισχύει το ΠΚ 187Α- κενό που δημιουργεί η παραπάνω τροποποίηση του τρομονόμου επιχειρείται να καλυφθεί με την αναβάθμιση του αδικήματος της απειλής προβολής του δημοκρατικού πολιτεύματος σε κακούργημα απειλούμενο μέχρι και με ισόβια.
 
Η αοριστία των πράξεων που συνιστούν τέτοια απειλή ανοίγει νέο πεδίο δίωξης πολιτικών πράξεων και δικαστικού αϋταρχισμού.
 
Πέμπτον, η θέσπιση του ρατσιστικού κινήτρου ως επιβαρυντικής περίστασης αδικημάτων βίας και άλλων προσβολών λείπει όχι μόνο από το «αντιρατσιστικό νομοσχέδιο» αλλά και από τον νέο Ποινικό Κώδικα.
 
"ΠΡΙΝ", 31-8-2014

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *