30 Μαρτίου 2015

Ανακοίνωση ΚΚΕ(μ-λ)

Η Τοπική Οργάνωση Τρικάλων του ΚΚΕ(μ-λ) ) μπροστά στην 8η συνδιάσκεψη διοργανώνει εκδήλωση-συζήτηση με θέμα: «Θέσεις για την διεθνή και εσωτερική κατάσταση και τα καθήκοντα του κινήματος» 

Ομιλητής: Κώστας Μπεκιάρης, μέλος του Κ.Ο. του ΚΚΕ(μ-λ) 

Κυριακή 5/4/2015 στις 11:00 στο καφέ Σουίτα (Στρ. Σαράφη 12)

27 Μαρτίου 2015

Ενάντια και πέρα απ’ τη ρητορική του (αντι)bullying

Παιδιά ΜπαλόνιαΑνδρέας Βατσινάς για το Δίκτυο Κριτικής Ψυχολογίας, πηγή Infowar
Τα τελευταία χρόνια έχει αρχίσει να κάνει την εμφάνισή της στην ελληνική πραγματικότητα μια τάση θεραπευτικοποίησης της εκπαίδευσης, η οποία αντανακλά ευρύτερες δυτικές τάσεις και θεσμοθετημένες κρατικές πολιτικές. Ορισμένα στοιχεία της είναι η εισαγωγή κοινωνικών λειτουργών και ψυχολόγων στα σχολεία ως μέρος των προγραμμάτων απασχόλησης ανέργων, η εμφάνιση σεμιναρίων, ομιλιών και διαλέξεων σε καθηγητές και δασκάλους για τη σημασία της διαχείρισης και της έκφρασης των συναισθημάτων, και γενικότερα μια έμφαση στη ‘ψυχική/συναισθηματική υγεία’ και ‘ευεξία’ των παιδιών. Οι μαθητές που θα μπουν στο σχολείο τα επόμενα χρόνια θα έρθουν σε επαφή με ένα πολύ διαφορετικό σώμα θεσμικών λογικών και πρακτικών από εκείνο που συναντούσαν μέχρι πρότινος. Οι αντιλήψεις περί «παιδιού» ή «μαθητή» παίρνουν σταδιακά μια πολύ πιο θεραπευτική και ψυχολογική τροχιά, οι επιπτώσεις της οποίας δεν έχουν γίνει ακόμα πλήρως αντιληπτές.[1]
Αναπόσπαστο μέρος αυτής της διαδικασίας θεραπευτικοποίησης είναι η –σχετικά πρόσφατη– ανάπτυξη του λόγου του εκφοβισμού (bullying) ως κυρίαρχου ερμηνευτικού πλαισίου των ενδοσχολικών συγκρούσεων και των σχέσεων εξουσίας. Διάφοροι οργανισμοί και θεσμοί όπως η ‘Εταιρεία Ψυχοκοινωνικής Υγείας του Παιδιού και του Εφήβου’, το ‘Παρατηρητήριο για την Πρόληψη της Σχολικής Βίας και του Εκφοβισμού’, το ‘Ευρωπαϊκό Δίκτυο κατά του Σχολικού Εκφοβισμού’, αρθρογράφοι στα ΜΜΕ, εκπαιδευτικοί, ψυχολόγοι, γονείς, μαθητές που ωθούνται σε δράσεις και τη δημιουργία βίντεο «ευαισθητοποίησης», τείνουν να αναπαράγουν ένα διάχυτο ηθικό πανικό και κινδυνολογία για την ψυχική υγεία των παιδιών ή των νέων, κάνοντας λόγο για την εξάπλωση της «κοινωνικής μάστιγας» του bullying και της έξαρσης της βίας στα σχολεία. Ωστόσο, αντί να περιορίζεται στον χώρο της εκπαίδευσης, ο –ψυχολογικής προέλευσης– λόγος του bullying έχει ευρύτερες κοινωνικές επιπτώσεις, καθώς χρησιμοποιείται σταδιακά για τη νοηματοδότηση περιστατικών τα οποία μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτά ως νεανική «παραβατικότητα» ή «βία» και βρίσκονταν σχεδόν αποκλειστικά στη σφαίρα δικαιοδοσίας του Νόμου (αστυνομία-δικαστήρια-εγκληματολογία). Ποιες συνθήκες οδήγησαν στο ξεδίπλωμα του λόγου περί (αντι)bullying και ποιες είναι οι αλλαγές που επιφέρει;

Η θεραπευτικοποίηση και η πολιτισμική αφήγηση του ‘ψυχολογικά τραυματισμένου θύματος
Προκειμένου να αντιληφθούμε την ανάδυση του λόγου περί bullying, χρειάζεται να εξετάσουμε πολύ πρόχειρα κάποιες από τις ιστορικές καταβολές του. Από τις αρχές της δεκαετίας του ‘70 και μετά, μια σειρά κοινωνικών και πολιτικών αλλαγών οδήγησαν σε μια πρωτοφανή διάδοση της ψυχολογικής-θεραπευτικής γλώσσας ως μοντέλου αντίληψης του εαυτού στις ύστερες καπιταλιστικές κοινωνίες. Η Illouz (2008) υποστηρίζει ότι η αυξανόμενη διάδοση του θεραπευτικού λόγου και η αύξηση της παθολογικοποίησης συνδέεται με την αγορά (π.χ. τα οικονομικά και επαγγελματικά συμφέροντα ψυχολόγων, ψυχιάτρων, επαγγελματιών ψυχικής υγείας, φαρμακοβιομηχανιών), με την ανάγκη του κράτους για νομιμοποίηση και κοινωνικό έλεγχο, αλλά και με διάφορα πολιτικά υποκείμενα που έθεσαν νέες διεκδικήσεις από το κράτος, χρησιμοποιώντας βασικές πολιτισμικές ιδέες της θεραπευτικής γλώσσας για να προωθήσουν τους αγώνες τους.
Κομβικής σημασίας για τη θεραπευτικοποίηση ήταν η ιδέα πως «όλοι οι πολίτες είχαν ίσα δικαιώματα σε μία υγιή ψυχή» (Illouz, 2008), η οποία χρησιμοποιήθηκε για να αναγνωριστεί η ψυχική οδύνη διαφόρων «ψυχολογικά τραυματισμένων» ανθρώπων (βετεράνων του Βιετνάμ, ψυχικά και σωματικά κακοποιημένων παιδιών και γυναικών) και να διεκδικηθεί πολιτισμική αναγνώριση, ψυχολογική και οικονομική αποζημίωση για εκείνους, καθώς και να γίνουν αλλαγές στις σχέσεις εξουσίας και στη νομοθεσία. Όπως δείχνουν η Illouz (2008) και ο McLaughlin (2012), η ψυχολογική γλώσσα εκτόπισε τους προγενέστερους, περισσότερο «συλλογικούς» τρόπους νοηματοδότησης ορισμένων κοινωνικών προβλημάτων και εμπότισε τη γλώσσα με την οποία εκφράζονταν οι πολιτικοί αγώνες. Όλο και περισσότεροι άνθρωποι άρχισαν να βλέπουν τον εαυτό τους με μια γλώσσα ψυχολογικά τραυματισμένου «θύματος» ή «επιζώντα». Οι παραπάνω αντιλήψεις έγιναν μέρος μιας θεραπευτικής πολιτισμικής αφήγησης για τον εαυτό, η οποία επεκτάθηκε και σε άλλα πεδία (από παιδιά που έπεφταν θύματα εκφοβισμού στο σχολείο, εργαζόμενους που ήταν θύματα εκφοβισμού στο χώρο εργασίας και αντιλαμβάνονταν την εργασιακή εκμετάλλευση και επισφάλεια ως εξατομικευμένο άγχος, κατάθλιψη ή εργασιακή εξουθένωση που όφειλαν να διαχειριστούν, θύματα πολέμου που είχαν «ψυχικά τραύματα», μέχρι και στοιβαγμένους μετανάστες στα διάφορα κολαστήρια συγκέντρωσης ή ανέργους που χρειάζονταν πρωτίστως «ψυχολογική» βοήθεια).
Ενώ η θεραπευτικοποίηση έμοιαζε αρχικά να διαθέτει πολιτικά προοδευτικές διαστάσεις και υποσχόταν να αναδείξει και να αμφισβητήσει τις δομικές σχέσεις εξουσίας και εκμετάλλευσης (μέσα στην πατριαρχική οικογένεια, στο σχολείο, στην επιχείρηση, στον παραλογισμό του πολέμου, στη μεταναστευτική πολιτική, τη δομική ανεργία), ουσιαστικά μετατόπισε την κριτική από το πολιτικό στο ψυχολογικό πεδίο και γύρισε μπούμερανγκ, καθώς υιοθετήθηκε από και ενσωματώθηκε στις ίδιες εξουσιαστικές πρακτικές και θεσμούς που στόχευε να ανατρέψει. Αντί να αντιταχθεί στο θεσμοθετημένο σεξισμό και στην καταπίεση απέναντι σε ΛΟΑΤ ανθρώπους, στον άνισο καταμερισμό της εργασίας, στην εργασιακή αλλοτρίωση, επισφάλεια και εκμετάλλευση, στα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα που συνδέονταν με τους πολέμους, στη ρατσιστική μεταναστευτική πολιτική, στο επίκεντρο της έθεσε τον «ψυχολογικά τραυματισμένο» άνθρωπο-θύμα. Η θεραπευτική γλώσσα αφομοιώθηκε και προωθήθηκε με τόση επιτυχία από μια σειρά θεσμών, καθώς έμοιαζε να αμφισβητεί τις σχέσεις εξουσίας και να δίνει απαντήσεις σε κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα, την ίδια στιγμή που τα έσπρωχνε κάτω απ’ το χαλί, μετατρέποντάς τα σε ατομικά ψυχολογικά ή συναισθηματικά προβλήματα που απαιτούσαν την αντίστοιχη υποστήριξη και παρέμβαση. Η ψυχολογική γλώσσα, απέχοντας πολύ από το να αμφισβητήσει τη δομική εκμετάλλευση, τις κοινωνικές ανισότητες και την ωμή βία της εξουσίας, έγινε απλώς το ήπιο θεραπευτικό δεκανίκι της, που παρουσίαζε εκείνους επί των οποίων ασκούταν ως ευάλωτους ή ελλειμματικούς ψυχισμούς, ως ψυχολογικά τραυματισμένα θύματα που χρειάζονταν «ψυχολογική βοήθεια». Ζητούμενο έγινε έτσι η (αυτο)θεραπεία του ψυχολογικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου ή η προστασία του μέσω της δημιουργίας αποστειρωμένων και ελεγχόμενων ζωνών ομιλίας, συμπεριφορών και σχέσεων, που δεν θα έθεταν σε κίνδυνο την εύθραυστη και ευάλωτη ύπαρξή του.
Αυτή η θεραπευτική/ψυχολογική γλώσσα (και εξουσία) βρίσκει σύμφωνους ανθρώπους όλων των πολιτικών αποχρώσεων, από τα δεξιά μέχρι και τα αριστερά, τόσο δασκάλους όσο και γονείς, τόσο εργοδότες, εργαζόμενους και συνδικάτα, κυρίως λόγω της υπόσχεσής της πως θα προσφέρει διεξόδους σε σημαντικά κοινωνικοπολιτικά, εργασιακά και οικογενειακά ζητήματα. Η ομοφωνία αυτή οφείλεται, επίσης, στο ότι πολλοί/ές θεωρούν λανθασμένα την ψυχολογική/συναισθηματική σφαίρα και την «επιστημονική» της διαχείριση ως κάτι ανεξάρτητο και αυτόνομο από το πολιτικό και το κοινωνικό, και κάτι το ιδεολογικά ουδέτερο.
Η γλώσσα του bullying
Ο λόγος περί bullying που αναπτύχθηκε κατά τη δεκαετία του ’90 και άρχισε να εμφανίζεται στο ελληνικό συγκείμενο κυρίως τα τελευταία χρόνια ως ένα εισαγόμενο σώμα ψυχολογικής θεωρίας και ευρύτερης θεσμικής πρακτικής, είναι άρρηκτα συνδεδεμένος με τις παραπάνω τάσεις και μετασχηματισμούς. Ο συγκεκριμένος λόγος επικινδυνότητας προβληματοποιεί ένα μεγάλο εύρος συμπεριφορών, υπάγοντάς τες υπό την αυθεντία και την ειδημοσύνη της ψυχολογικής γνώσης. Επίσης, συνδέεται με διαδικασίες παθολογικοποίησης και ψυχολογικοποίησης της παιδικής/εφηβικής ηλικίας, που επιβάλλουν ένα γενικευμένο καθεστώς ελέγχου, επιτήρησης και κανονικοποίησης στο σχολικό πλαίσιο και ευρύτερα (βλ. Μπαϊρακτάρης, 2013· Παπαθανάσης, 2014).
Η ρευστότητα και η ασάφεια που χαρακτηρίζει τους ορισμούς του ‘bullying’ οδηγεί στο τσουβάλιασμα πολύ ανόμοιων φαινόμενων και συμπεριφορών κάτω από την ίδια ταμπέλα/κατηγορία, συσκοτίζοντας και καθιστώντας ασήμαντες τις ποιοτικά διαφορετικές προθέσεις, αιτίες και επιδιώξεις που χαρακτηρίζουν τις διάφορες μορφές συγκρούσεων, καβγάδων ή/και βίας. Αυτές ποικίλουν ανάλογα με το πλαίσιο, τις συλλογικές και προσωπικές ιστορίες και σχέσεις εξουσίας που διαπερνούν τους εκάστοτε δρώντες και την κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, και άρα χρειάζονται διαφορετικές –και κυρίως μη ψυχολογικές και ψυχοπαθολογικές– εξηγήσεις (π.χ. μικροπρακτικές γελοιοποίησης, πειραγμάτων ή προσβολής που αποτελούν μορφές αντίστασης σε σχέσεις καταπίεσης ή/και υπονόμευσης κυρίαρχων κανονιστικών προτύπων και ρόλων, έμφυλες και σεξουαλικοποιημένες μορφές επιθετικότητας και βίας, ένα πείραγμα για κάποιο χαρακτηριστικό όπως μεγάλη μύτη ή αυτιά, συγκρούσεις που πηγάζουν από τα προνόμια, το διαφορετικό γούστο και πολιτισμικούς αξιακούς κώδικες που συνδέονται με την ταξικότητα και τη φυλετικότητα, συγκρούσεις που απορρέουν από την ανταγωνιστική και ταξικά οργανωμένη εκπαιδευτική κουλτούρα που δημιουργεί ‘νικητές’ και ‘αποτυχημένους’, μορφές εξευτελισμού και ταπείνωσης που συνδέονται με κοινωνικές πρακτικές σεξισμού, καταπίεσης ΛΟΑΤ ανθρώπων ή ατόμων με αναπηρία).
Η αδυναμία του λόγου του bullying να διακρίνει τη διαφορετικότητα των παραπάνω περιπτώσεων και τη μη ψυχολογική τους φύση, δεν οδηγεί απλώς σε ένα τσουβάλιασμα, αλλά στη μετατροπή ορισμένων μορφών δομικής καταπίεσης (και των βαθύτερων κοινωνικών, ιστορικών και πολιτικών τους αιτιών) σε τίποτα περισσότερο από ένα υποκειμενικό βίωμα ψυχικής δυσφορίας, που γίνεται αντιληπτό αποκλειστικά σε μια εξατομικευμένη, ψυχολογική/συναισθηματική βάση ή/και ιατρικοποιείται ως συμπτώματα άγχους ή κατάθλιψης του ‘θύματος’. Εξίσου προβληματική είναι η αναγωγή των σχέσεων εξουσίας σε μια απολιτίκ και εξατομικευμένη «μη ανοχή στη διαφορετικότητα».
Συνέπεια της παραπάνω ψυχολογικής θεώρησης είναι η αφελής ιδέα πως οι δομικές σχέσεις καταπίεσης ή/και τα φαινόμενα βίας θα εξαλειφτούν μέσα από δράσεις «ευαισθητοποίησης» για το bullying που θα διδάξουν τα παιδιά και τους εφήβους να «σέβονται το διαφορετικό», να «είναι φίλοι» ή να σκέφτονται και να μιλούν σαν μικροί ψυχολόγοι· ψυχικά τραυματισμένα –ωστόσο ηρωικά– ‘θύματα/επιζώντες’[2] ή μετανοημένοι και γεμάτοι ενσυναίσθηση ‘θύτες’. Αντλώντας από την πολιτισμική αφήγηση του ψυχικά τραυματισμένου/ευάλωτου ατόμου, το ερμηνευτικό πλαίσιο του bullying οδηγεί σε μια αναπόφευκτη θυματοποίηση και ευαλωτότητα εκείνους που κατασκευάζει ως ‘θύματα’, ενώ παθολογικοποιεί αυτούς/ές που κατηγοριοποιεί ως ‘θύτες’ με έμφυλους, φυλετικά και ταξικά συγκεκριμένους τρόπους. Από τη μία, δημιουργείται ένα εύθραυστο υποκείμενο και μια κατάσταση στην οποία κάθε τι που μπορεί να διαταράσσει αυτή την ευθραυστότητα, αποτελεί bullying. Από την άλλη, συμπεριφορές που μέχρι στιγμής γίνονταν αντιληπτές στον καθημερινό λόγο ως ένα ζήτημα ευγένειας ή πειράγματος, ψυχο(παθο)λογικοποιούνται (δεν είσαι πλέον ‘άξεστος’, ‘αγενής’ ή ‘πειραχτήρι’, αλλά ‘bully’).
Καθώς ο λόγος του bullying ανάγει κοινωνικοπολιτικές διαδικασίες σε ατομικές αλληλεπιδράσεις –που παρουσιάζονται ως σχέσεις μεταξύ προκατασκευασμένων ταυτοτήτων ‘θύτη’ και ‘θύματος’ και «εξηγούνται» με βάση κάποια υποτιθέμενα ψυχολογικά χαρακτηριστικά τους (π.χ. χαμηλή ή υψηλή αυτοεκτίμηση, εσωστρέφεια ή εξωστρέφεια, έλλειψη ενσυναίσθησης, συναισθηματική ανωριμότητα, ανασφάλειες, αυταρχική ή αντικοινωνική προσωπικότητα, επιθετικότητα κοκ) ή την οικογενειακή ανατροφή τους– καθιστά αόρατες τις σχέσεις εξουσίας και τις ευρύτερες θεσμοθετημένες πρακτικές που διαπερνούν αυτές τις διαδικασίες. Έτσι, καταλήγει να συμβάλλει στην παγίωση και ενίσχυση των σχέσεων εξουσίας και δομικής καταπίεσης που μοιάζει να αμφισβητεί και να υπονομεύει.[3]
Ας δούμε μερικά παραδείγματα. Η είδηση πως ο Sergei Casper, ένας μαθητής στη Ρωσία, βρήκε φριχτό θάνατο κατά τον βασανισμό από τους συμμαθητές του, περιγράφτηκε ως περιστατικό bullying. Αυτό το ερμηνευτικό πλαίσιο όχι μόνο καθιστά ανεξήγητα και ασήμαντα τα αίτια του συγκεκριμένου περιστατικού[4], αλλά αποπολιτικοποιεί και συγκαλύπτει άμεσα την κοινωνικοπολιτική και πολιτισμική τους διάσταση. Η παραπάνω επίθεση φαντάζει ακατανόητη αν δεν ληφθεί υπόψη το πατριαρχικό και θεσμικά καταπιεστικό για τα ΛΟΑΤ άτομα πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί στη Ρωσία κατά τα τελευταία χρόνια. Ενδεικτικά αυτού του πλαισίου είναι όχι μόνο οι αντι-γκέι νόμοι του Πούτιν, αλλά και μια σειρά επιθέσεων, περιστατικών βασανισμού, βιασμού και δολοφονιών ομοφυλόφιλων, που ανέχεται –αν δεν στηρίζει ενεργά– σημαντικό μέρος της ρώσικης κοινωνίας.
Έτσι, το περιστατικό αυτό δεν αποτελεί κάποια απρόσμενη παθολογική περίπτωση ‘bullying’ που οφείλεται στην «ψυχολογία» των ‘θυτών’ ή του ‘θύματος’, αλλά ένα «φυσιολογικό» τελετουργικό επιβολής της ηγεμονικής αρρενωπότητας σε εκείνες που θεωρούνται υποδεέστερες εντός ενός έντονα πατριαρχικού και ομοφοβικού πλαισίου (βασική αιτία ήταν η αγάπη του για τις τέχνες και η επιθυμία του να δίνει παραστάσεις). Η ανεξήγητη «αδιαφορία» της καθηγήτριας που βρισκόταν μπροστά στο περιστατικό, δείχνει αν όχι τη συμμόρφωσή της με το συγκεκριμένο φαλλοκρατικό πλαίσιο, τότε τουλάχιστον την ανοχή της απέναντι σε αυτό. Αντίστοιχα, στην πρόσφατη υπόθεση του Βαγγέλη Γιακουμάκη που πήρε πρωτοφανή δημοσιότητα, τα αίτια δεν πρέπει να αποδίδονται σε κάποια υποτιθέμενη ψυχοπαθολογία των ‘θυτών’ ή στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά του ‘θύματος’, αλλά στη θεσμοθετημένη επιβολή μιας ορισμένης μάτσο αρρενωπότητας, με τους διάφορους εξευτελισμούς και καψώνια να συνοδεύονται από την παρότρυνση των κρητικών συγκατοίκων του: «να δείχνεις και να φέρεσαι σαν Κρητικός. Να είσαι σκληρός άνδρας, όπως όλοι οι συντοπίτες σου».
Στις παραπάνω περιπτώσεις (όπως και σε πολύ διαφορετικές περιπτώσεις) ο λόγος του bullying μας επιτρέπει να νοηματοδοτήσουμε διάφορα φαινόμενα και να μιλήσουμε γι’ αυτά, εγκλωβίζοντας όμως τη σκέψη μας σε ένα επιφανειακό επίπεδο ψυχολογίας, ψυχοπαθολογίας ή προβληματικής οικογενειακής ανατροφής, με αποτέλεσμα να παραβλέπουμε τις βαθύτερες κοινωνικοπολιτικές και πολιτισμικές τους διαστάσεις καθώς και τις σχέσεις εξουσίας που διαπλέκονται με αυτά.
Βιβλιογραφία
Brunila, K. (2012a). From Risk to Resilience: The therapeutic ethos in youth education. Education Inquiry, 3(3): 451-464.
Brunila, K. (2012b). A diminished self: Entrepreneurial and therapeutic ethos working with the same aim. European Educational Research Journal, 11(4): 477-486.
Coppock, V. (2011). Liberating the Mind or Governing the Soul? Psychotherapeutic Education, Children’s Rights and the Disciplinary State. Education Inquiry, 2(3): 385-399.
Illouz, E. (2008). Saving the modern soul. Berkeley: University of California Press.
Ecclestone, K., Hayes, D. (2008). The Dangerous Rise of Therapeutic Education. London: Routledge.
McLaughlin, K. (2012). Surviving identity. Vulnerability and the psychology of recognition. London & New York: Routledge.
Μπαϊρακτάρης, Κ. (2013). Ο εκφοβισμός στα σχολεία και η βία της φτώχειας. Εφημερίδα των Συντακτών, 1 Σεπτεμβρίου http://archive.efsyn.gr/?p=102200
Παπαθανάσης, Λ. (2014). Η κατασκευή της «ενδοσχολικής βίας». Ανακτήθηκε από https://lefterisp.wordpress.com/2014/12/11/v/
Ringrose, J., Renold, Ε. (2010). Normative cruelties and gender deviants: The performative effects of bully discourses for girls and boys in school. British Educational Research Journal, 36(4): 573-96.
Η δεύτερη και η τρίτη φωτογραφία είναι των Vianh Kiet και Steve Schlackman, αντίστοιχα.
[1] Για κριτικές αυτού που έχει ονομαστεί ‘θεραπευτικό έθος’ στην εκπαίδευση ή ‘θεραπευτική εκπαίδευση’, βλ. Ecclestone & Hayes (2008), Brunila (2012a), Coppock (2011). Για τη σχέση του θεραπευτικού έθους με ένα νεοφιλελεύθερο επιχειρηματικό έθος, βλ. Brunila (2012b).
[2] Χαρακτηριστική είναι εδώ η δήθεν χειραφετητική παρακίνηση «μίλα, μη φοβάσαι».
[3] Όπως δείχνουν οι Ringrose & Renold (2010), ο λόγος του bullying και ο υπεραπλουστευτικός του δυισμός ‘θύτη/θύματος’ αντλούν από και διαιωνίζουν ιεραρχικές έμφυλες σχέσεις και πρότυπα, επιβάλλοντας κανονιστικά ιδανικά αρρενωπότητας και θηλυκότητας.
[4] Υπάρχει μια πολύ προβληματική κυκλικότητα και ταυτολογία στον λόγο του bullying, σύμφωνα με την οποία το ‘bullying’ παρουσιάζεται τόσο ως η αιτία/«εξήγηση» όσο και το όνομα του υπό περιγραφή φαινομένου.

25 Μαρτίου 2015

Σε ράγες για νέο μνημόνιο


Η λεγόμενη «επταμερής» συνάντηση στο Παρίσι έδειξε ότι η ΕΕ και οι δανειστές συνεχίζουν τον εκβιασμό απειλώντας με άδεια ταμεία, δυνατότητα που έχουν με τη δόση του Μαρτίου λόγω της συμμετοχής στο ευρώ και του μηχανισμού πληρωμής του δημόσιου χρέους.

Γίνεται φανερό πως δεν υπάρχουν "εταίροι" στην ΕΕ και την ευρωζώνη, αλλά τοκογλύφοι, που με τα Μνημόνια κερδίζουν διαλύοντας τις ζωές μας, προσφέροντας μια συμμαχία ζωής στο κεφάλαιο. Παρά τα μεγάλα λόγια της κυβέρνησης, το μόνο που "μπήκε σε ράγες" είναι η αντιλαϊκή πολιτική. Σύμφωνα με το ανακοινωθέν της «επταμερούς» παραμένει σε ισχύ η συμφωνία της 20ης Φλεβάρη για συνέχιση της δανειακής σύμβασης των Μνημονίων με τη δέσμευση ότι θα πληρωθεί το ληστρικό χρέος και με βάση αυτή η κυβέρνηση θα παρουσιάσει λίστα με αντιλαϊκά μέτρα, τις λεγόμενες «μεταρρυθμίσεις». Μια γεύση από αυτά πήραμε με την επιστολή Βαρουφάκη που προβλέπει επίθεση στο ασφαλιστικό, ελαστική εργασία, μέτρα από τη νεοφιλελεύθερη «εργαλειοθήκη» του ΟΟΣΑ. Έτσι, για παράδειγμα, μόλις χτες ανακοινώθηκε ότι οι Κυριακές με ανοιχτά μαγαζιά θα μείνουν όπως τις άφησαν ΝΔ-ΠΑΣΟΚ. Εξάλλου την ίδια ώρα οι δόσεις στο ΔΝΤ πληρώνονται κανονικά από μια χώρα που δεν δίνει ούτε επίδομα ανεργίας σε όσους καταδικάζονται να είναι χωρίς δουλειά, ενώ οι ιδιωτικοποιήσεις συνεχίζονται με πρώτη αυτή του Ιππόδρομου. Η κυβέρνηση λέει ψέματα στο λαό όταν δηλώνει ότι δεν γίνεται αξιολόγηση από την Τρόικα. Το υπουργείο Οικονομικών παραδέχεται ότι η αξιολόγηση γίνεται, απλώς βαφτίζεται επίσκεψη “τεχνικών κλιμακίων” του Brussel Group (Ομάδα Βρυξελλών), δηλαδή της Τρόικας των ΕΕ-ΕΚΤ-ΔΝΤ μαζί με το Ευρωπαϊκό Μηχανισμό Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ESM/EFSF).

Για να μπει φρένο στην κοινωνική χρεοκοπία, για να ανατραπεί η πολιτική των μνημονίων, για να σπάσει το καθεστώς επιτροπείας από την Τρόικα και τις μεταλλάξεις της και να ξηλωθούν οι εφαρμοστικοί νόμοι, απαιτείται αγώνας ενάντια στη νέα συμφωνία που ετοιμάζουν κυβέρνηση και ΕΕ. Αγώνας για έξοδος από το ευρώ και ρήξη με την ΕΕ. Αποδεικνύεται άλλωστε ότι εντός της ΕΕ δεν υπάρχουν περιθώρια για "ελιγμούς" και "διαπραγματεύσεις". Ο χρόνος που ισχυρίζεται η κυβέρνηση ότι κέρδισε, απλώς λειτουργεί αρνητικά για τον εργαζόμενο λαό και τους ανέργους. Τα πράγματα είναι απλά: Ή θα πληρωθεί το χρέος και πληρώσουμε με αίμα το κόστος του ευρώ ή θα παλέψουμε για δουλειές, παιδεία-υγεία, δημοκρατικά δικαιώματα και ελευθερία.

22 Μαρτίου 2015

Ο ΣΥΡΙΖΑ, η νέα κυβέρνηση και η αντικαπιταλιστική αριστερά

Παναγιώτης Μαυροειδής/ Πηγή: Παντιέρα

Είμαστε σε μια σημαντική πολιτική τομή, που υπερβαίνει την απλή εναλλαγή μιας κυβέρνησης  μέσα στο ίδιο μοτίβο. Αυτό δεν προκύπτει, όπως θα υποστηρίξουμε και στη συνέχεια, από την (ανύπαρκτη)  ασυμβατότητα της πολιτικής της κυβέρνησης   ΣΥΡΙΖΑ –ΑΝΕΛ με το αστικό και ευρω-ενωσιακό κοινωνικό και πολιτικό πλαίσιο. Αντίθετα, συνάγεται από το γεγονός ότι η δυναμική των εξελίξεων υπερβαίνει και υπερσκελίζει την κυβερνητική αλλαγή, καταδεικνύοντας πολύ νωρίς τα όρια της. Το στοιχείο αυτό είναι εντελώς υποτιμημένο στην ανάλυση του ΚΚΕ για αυτό και οδηγείται σε μια στατική πολιτική τακτική, κατά βάση επισημαίνοντας τη δεξιά πολιτική του ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς στόχο και γραμμή ανατροπής.
Στην καταβαράθρωση των κυβερνητικών  αστικών κομμάτων και την ανάδειξη μιας ‘’αντιμνημονιακής’’ κυβέρνησης, ο κόσμος θεωρεί ότι τιμώρησε τους εκπροσώπους της πολιτικής της εργατικής γενοκτονίας. Δοκιμάζει να βαδίσει διαφορετικά, σε μεγάλο βαθμό προσπερνώντας και την καθεστωτική εκστρατεία φόβου.
Το ‘’δεν πάει άλλο έτσι’’, έχει σφραγίσει τις εξελίξεις στην Ελλάδα και αυτό έχει τεράστιο κοινωνικό και πολιτικό φορτίο. Από την άλλη, όταν τα γεγονότα έχουν τόση αντανάκλαση στην Ευρωπαϊκή Ένωση, σε σημείο να γίνεται λόγος ακόμη και για κίνδυνο διάλυσης της ευρωζώνης αν υπάρξει Grexit, γίνεται φανερό πως και τα δικά της θεμέλια είναι σαθρά. Το μόνιμο οικονομικό βάλτωμα, καθώς και η όξυνση των αντιθέσεων και η γεω-στρατηγική αστάθεια (Ουκρανία, Μέση Ανατολή κλπ.), δημιουργούν ένα περιβάλλον αβεβαιότητας για το μέλλον της ευρωπαϊκής καπιταλιστικής απόπειρας ολοκλήρωσης
Από την άλλη, το ‘’να πάει αλλιώς’’, είναι κάτι παραπάνω θολό και ασχημάτιστο. Η μαζική κίνηση μετατόπισης εργατικών και λαϊκών στρωμάτων προς το ΣΥΡΙΖΑ, έχει σαφές το αποτύπωμα συντηρητικών αντιλήψεων και πολιτικο-ιδεολογικών συσχετισμών. Παρά την αριστερόστροφη ροπή, η αυταπάτη ότι μπορεί και ‘’ο σκύλος να είναι χορτάτος και η πίτα ολάκερη’’ ή ότι ‘’θα σταματήσουμε την καταιγίδα χωρίς να ανοίξει ρουθούνι’’,  ηγεμονεύει.
Η αγαπημένη αναμέτρηση της κοινοβουλευτικής αριστεράς με αυτή τη διαπίστωση  η οποία δύσκολα αμφισβητείται, είναι γνωστή: ‘’Μέχρις εκεί πάει ο κόσμος, τι να κάνουμε’’. Έτσι, όχι μόνο αποσείονται οι ευθύνες, αλλά έχει βρεθεί και το άλλοθι για επιλογές υποταγής.
Στην πραγματικότητα όμως, σε αυτές τις αντιλήψεις αποτυπώνεται  και το αρνητικό αποτέλεσμα της χρόνιας ηγεμονίας μέσα στην διαχειριστική αριστερά, της αντίληψης ότι, στο μεν ορίζοντα της υπαρκτού και ζωντανού παρόντος δύναται  να υπάρξει απλά μια καλύτερη εκδοχή  του καπιταλισμού (μέσα από αγώνες και πολιτικές τομές), στο δε ορίζοντα του μέλλοντος, είναι ακριβώς εκεί που βρίσκεται η θέση για  πλείστα σοσιαλιστικά οράματα.
Σημαντικά  τμήματα του εργατόσκοσμου πίστεψαν πράγματι πως ίσως θα μπορούσε να ανατραπεί η λιτότητα, χωρίς να μπει θέμα χρέους και ευρωζώνης και ακόμη περισσότερο, χωρίς να κλονιστεί η κυριαρχία του κεφαλαίου στην Ελλάδα. Αυτή όμως η πεποίθηση δεν αποτελεί οπωσδήποτε  απόρριψη μιας   ταξικής, αντικαπιταλιστικής και αντι-ΕΕ προσέγγισης, όπως βιάζονται ορισμένοι να συμπεράνουν, αλλά αντανάκλαση και της πολιτικής γραμμής, των κυρίαρχων αντιλήψεων μέσα στην αριστερά.
Ξεχωρίζουμε δύο εκδοχές αυτών των πολιτικών απόψεων.
Στην πρώτη, την πλέον συντηρητική και συστημική, θεωρείται ότι η σύγκρουση με το καπιταλιστικό και ευρω-ενωσιακό πλαίσιο, ΔΕΝ είναι απαραίτητη, επί της ουσίας. Κρίνεται ότι μπορούμε να έχουμε καθολική παιδεία και  υγεία, δουλειά για όλους με αξιοπρεπή μισθό και δημοκρατία και ας έχουμε καπιταλισμό. Αρκεί ο τελευταίος να μην είναι ‘’μνημονιακός’’ και ‘’υποταγμένος στη Μέρκελ’’. Πρόκειται για φωνή από το παρελθόν, από την σοσιαλδημοκρατική εποχή κατά την οποία ο καπιταλισμός αφενός μπορούσε και αφετέρου ήταν υποχρεωμένος από την επαναστατική απειλή να δώσει.  Δεν αντέχει όμως στην πραγματικότητα του σύγχρονου ολοκληρωτικού καπιταλισμού, η επιβίωση του οποίου ‘’επιτάσσει’’ την συντριβή και βύθιση  της εργατικής τάξης ακόμη και κάτω από το επίπεδο φυσικής επιβίωσης.
Στην δεύτερη εκδοχή, η ανατρεπτική αντικαπιταλιστική πολιτική, ροκανίζεται από άποψη ‘’τακτικής’’. Ο συλλογισμός είναι γνωστός: ‘’Έτσι  έχουν τα πράγματα, αλλά δεν χρειάζεται να τεθεί το ζήτημα της ρήξης και της ανατροπής του συνολικού πλαισίου, αρκεί να τεθεί η αφετηρία όπως για παράδειγμα η κατάργηση του μνημονίου και όλα τα άλλα θα ξετυλιχθούν στη συνέχεια,  σχεδόν γραμμικά, όταν, με τη βοήθεια και των υποχωρήσεων του ΣΥΡΙΖΑ- ξαφνικά ο κόσμος θα ριζοσπαστικοποιηθεί και θα στραφεί προς τα αριστερά και προς τη λογική της σύγκρουσης’’. Πρόκειται για το βασικό πολιτικό υπόστρωμα της αριστερής διαφοροποίησης μέσα στο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και της λογικής της ‘’κριτικής υποστήριξής’’ του από ανένταχτους και ομάδες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς.
Σήμερα διασταυρώνονται  οι δύο αυτές διαψεύσεις, με κινδύνους απογοητεύσεων. Από τη μια, στη μεγάλη εικόνα, αποκαθηλώνεται η πολιτική στρατηγική ΣΥΡΙΖΑ ‘’Ούτε ρήξη, ούτε υποταγή, θα πείσουμε τους εταίρους μας’’. Από την άλλη, δοκιμάζεται σκληρά η αυταπάτη της αλλαγής του ΣΥΡΙΖΑ από τα μέσα και μέσω της στήριξης ή συμμετοχής στην κυβέρνησή του και της ανοχής στην πολιτική του.
Οι ευθύνες αγγίζουν και τις παρυφές ή/και τάσεις μέσα στην αντικαπιταλιστική αριστερά, μηδε εξαιρουμένης της ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Ας θυμηθούμε τους προβληματισμούς ήδη από το 2012 για στάση ‘’κινηματικής συμπολίτευσης’’ απέναντι σε ενδεχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ή την γνωστή ‘’Πρωτοβουλία των 1000’’ και τη λογική που είχε εισάγει. Ακόμη και αυτή η συζήτηση για την αριστερή ή εργατική κυβέρνηση, με όλη την αναγκαιότητά της και  το θεωρητικό όφελος που έδωσε, συχνά πρόδιδε μια λαθεμένη πολιτική αφετηρία και εκτίμηση: Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ συχνά παρουσιαζόταν ως (τουλάχιστον) μια κυβέρνηση Αλιέντε!
Ασφαλώς απαιτείται μια γενναία αυτοκριτική. Το πιο επείγον ωστόσο, είναι μια νηφάλια συζήτηση εντοπισμού εκείνων των αφετηριακών θεωρητικών και πολιτικών λαθών, που οδηγούν σε πολιτικά αδιέξοδα με σημαντικές συνέπειες.
Με ποια κριτήρια πρέπει να κρίνεται ένα κόμμα, μια πολιτική ή μια κυβέρνηση από τις δυνάμεις της μαχόμενης αριστεράς;

Πώς να κρίνουμε το ΣΥΡΙΖΑ και τη νέα κυβέρνηση
Θα θέσουμε ορισμένους άξονες προβληματισμού, με ειδική επικέντρωση στο χαρακτήρα και τον πολιτικό ρόλο του ΣΥΡΙΖΑ και της κυβέρνησης που έχει συγκροτηθεί με πυρήνα αυτό το κόμμα.
Πρώτο: Ποιο είναι το περιεχόμενο της πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ από κοινωνική και ταξική άποψη; Αν μιλήσουμε με αυστηρούς πολιτικούς όρους, πρόκειται για μια πολιτική αστικής διαχείρισης, με έντονα νεοφιλελεύθερα στοιχεία, κοινώς μια σοσιαλ-φιλελεύθερη  πολιτική σύγχρονης εκδοχής. Αυτός ο χαρακτήρας τεκμηριώνεται από το ίδιο το πολιτικό πρόγραμμα του ΣΥΡΙΖΑ, με την πλήρη απουσία έστω της διεκδίκησης για ανατροπή της πολιτικής, του κυριαρχικού ρόλου και της εξουσίας του κεφαλαίου, ενώ ενισχύεται ακόμη περισσότερο, αν η ‘’αξιολόγηση’’ γίνει με βάση την κυβερνητική του πολιτική. Έχει σημασία να παρατηρήσουμε, ότι μετά την εκλογή της κυβέρνησης, οι βασικές μερίδες της αστικής τάξης στην Ελλάδα, στηρίζουν ή ανέχονται ή κρατούν στάση σιωπής, αλλά σίγουρα όχι υπονομευτική έναντι της κυβέρνησης, με εξαίρεση φυσικά αυτές που είχαν εμπλακεί άμεσα με την προηγούμενη κυβέρνηση (ΜΜΕ κ.λ.π).
Η επένδυση της πολιτικής αυτής με αριστερή φρασεολογία, καθώς και τα περιορισμένα χαρακτηριστικά κοινωνικής φροντίδας για τους φτωχότερους των φτωχών, αδυνατούν να την κατατάξουν ακόμη και στην  τυπική σοσιαλδημοκρατική ή νεο-κεϋνσιανή πολιτική, καθώς αντιστοιχούν περισσότερο στο Μπλερισμό ή τον Κλιντονισμό. Δηλαδή σε τομές που έγιναν εντός του νεοφιλελευθερισμού, με στόχο την άμβλυνση ακραίων επιπτώσεων στο βυθό της κοινωνίας του ανεπτυγμένου καπιταλιστικού κόσμου.
Η μέθοδος, οι μορφές της ασκούμενης πολιτικής διαφοροποιούνται, χωρίς να αλλάζει ο πυρήνας, το περιεχόμενο. Τυπικό αλλά και τραγικό παράδειγμα: Η κυβέρνηση θα συνεχίσει τις ιδιωτικοποιήσεις αλλά τις ονομάζει ‘’αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας’’. Δεν καταργεί αλλά αντικαθιστά το ΤΑΙΠΕΔ με υπερ-οργανισμό, εντάσσοντας σε αυτόν προς πώληση και άλλα τμήματα δημόσιου πλούτου. Την ίδια στιγμή, το χάπι χρυσώνεται, με την υπόσχεση αξιοποίησης κάποιων εσόδων για το ασφαλιστικό σύστημα!
Δεύτερο: Το γεωστρατηγικό πλαίσιο εντός του οποίου θα δράσει, θα οριοθετηθεί και θα αναλάβει δεσμεύσεις ο ΣΥΡΙΖΑ είναι σαφώς καθορισμένο. Δεν πρόκειται μόνο για την ευρωζώνη και την ΕΕ, αλλά και για το ΝΑΤΟ, καθώς και τον άξονα θανάτου ΗΠΑ-Ελλάδα-Κύπρος-Ισραήλ-Αίγυπτος.
Τρίτο: Οι κοινωνικές δυνάμεις που κατά βάση ανέδειξαν την κυβέρνηση με κέντρο το ΣΥΡΙΖΑ, είναι τα εργατικά και μικροαστικά λαϊκά στρώματα της πόλης και της περιφέρειας, με βασικό στοιχείο την άμυνα απέναντι στη μνημονιακή επέλαση και την πεποίθηση επιστροφής στην προηγούμενη κατάσταση
Τέταρτο: Κορμό της κομματικής συγκρότησης του ΣΥΡΙΖΑ αποτελούν τα ίδια στρώματα με πρωταγωνιστικό ρόλο τμημάτων της δημοσιο-υπαλληλίας, της εργαζόμενης διανόησης και των ελευθέρων επαγγελματιών επιστημόνων.
Πέμπτο: Σε επίπεδο κυβέρνησης η σύνθεση είναι αρκετά διαφορετική. Αυτή συν-αποτελείται από ΣΥΡΙΖΑ, ΑΝΕΛ, ισχυρό τμήμα του πρώην ΠΑΣΟΚικού κατεστημένου και στελέχη της ΔΗΜΑΡ,  με γέφυρες και στην Καραμανλική ΝΔ, όπως έδειξε και η εκλογή του Προκόπη Παυλόπουλου στη θέση του Προέδρου της Δημοκρατίας. Στις υπουργικές θέσεις είναι εξαιρετικά ενισχυμένη από κοινωνική άποψη η παρουσία αστικών δυνάμεων και εκπροσώπων του βαθέος κράτους.
Έκτο: Το υποκείμενο εφαρμογής του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ είναι συνδυαστικά η κυβέρνηση, το κράτος (μέσω της ‘’περιβόητης’’ συνέχειας του), αλλά και η Ευρωπαϊκή Ένωση (μέσω της αναζήτησης κοινών ευρωπαϊκών πολιτικών, κοινού αναπτυξιακού σχεδίου, χρηματοδότησης κλπ). Το στοιχείο αυτό δρα ακόμη περισσότερο περιοριστικά σε συστημική κατεύθυνση σε σχέση με το πρόγραμμά του. Το μαζικό κίνημα στην καλύτερη των περιπτώσεων, καλείται να στηρίξει την κυβέρνηση και τους παραπάνω θεσμούς εξουσίας και άσκησης πολιτικής.
Έβδομο: Οι δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με το πολιτικό και οικονομικό κατεστημένο του ελληνικού καπιταλισμού, αναπτύσσονται ταχύτατα, χωρίς ωστόσο να έχουν την έκταση, το ιστορικό βάθος και το επίπεδο εμπιστοσύνης που υπήρχε στην περίπτωση των ως τώρα αστικών κομμάτων εξουσίας. Κατά βάση δεν πρόκειται για ‘’γνώριμους’’ ανθρώπους στην ολιγαρχία, όπως στην περίπτωση ΠΑΣΟΚ ακόμη και στην πιο ριζοσπαστική του φάση.
Όγδοο: Οι δεσμοί του ΣΥΡΙΖΑ με το εργατικό και λαϊκό κίνημα χαρακτηρίζονται από αντιφάσεις και ιδιαιτερότητες. Υπάρχουν αγωνιστικές δεσμεύσεις κάποιων τμημάτων του   που δεν αναιρούνται εύκολα. Είναι κυρίαρχη ωστόσο η ηγεμονία της πλευράς που ήταν διαχρονικά σε συμμαχία με τη συνδικαλιστική γραφειοκρατία του ΠΑΣΟΚ, ενώ τώρα συνεπικουρείται άμεσα σε πλείστες περιπτώσεις από αυτήν. Πρέπει επίσης να σημειωθεί η σχετική μικρή οργανωτική διείσδυση   στον ιδιωτικό τομέα, που αποτελεί εκδήλωση φυσιογνωμικών πλευρών αυτού του ρεύματος  και της ταξικής του (οργανωμένης) σύνθεσης.

Για τη στάση της αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αριστεράς
Από τα παραπάνω, συνάγονται ορισμένα βασικά συμπεράσματα, που σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν και τη στάση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και γενικά της  αντικαπιταλιστικής κομμουνιστικής αριστεράς απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ και την παρούσα κυβέρνηση.
Πρώτο: Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η πολιτική της κυβέρνησης  ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, παρά τις αντιφάσεις που τη διασχίζουν, δεν είναι διακυβευόμενη. Πρόκειται για αστική σοσιαλ-φιλελεύθερη πολιτική, συνέχισης με άλλους όρους και χωρίς καθοριστικά στοιχεία τομής της πολιτικής αντεργατικών αναδιαρθρώσεων που απαιτεί το ελληνικό και ευρωπαϊκό κεφάλαιο μέσω και της ΕΕ.  Με κριτήριο τα εργατικά και λαϊκά συμφέροντα, η πολιτική αυτή θα βρίσκεται απέναντι και συνεπώς θα πρέπει να ηττηθεί και να ανατραπεί από θέσεις αριστερές και αντικαπιταλιστικές.
Δεύτερο: Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ένα κλασσικό αστικό κόμμα με αφετηρία, συγκρότηση και στήριξη του κεφαλαίου (αλά ΝΔ), αλλά ούτε και ένα ιδιότυπο αστικό κόμμα με ρεφορμιστική πλατφόρμα ενσωμάτωσης εργατικών συμφερόντων (όπως το ΠΑΣΟΚ στην πρώιμη φάση του). Αποτελεί ένα μικροαστικό κόμμα αριστερής προέλευσης και λαϊκής αναφοράς, με αστική ηγεμονία στο πολιτικό του πρόγραμμα και τα μέσα άσκησης πολιτικής.
Η ακριβής πολιτική εκτίμηση του χαρακτήρα του ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ζήτημα ‘’βαθμολόγησης’’, αλλά αποτελεί προϋπόθεση για αποτελεσματική πολιτική τακτική της αντικαπιταλιστικής επαναστατικής αριστεράς απέναντί του. Αν θεωρεί κανείς ότι πρόκειται για ένα ‘’ταλαντευόμενο αριστερό κόμμα, με διστακτική πολιτική ρήξης, χωρίς στήριξη στο μαζικό κίνημα και με αυταπάτες και υποχωρήσεις απέναντι στην ΕΕ’’, τότε προφανώς η όλη στάση απέναντί του συνοψίζεται στο γνωστό ‘’στηρίζουμε τα θετικά και αντιπαλεύουμε τα αρνητικά’’ ή επενδύεται με μια λογική συμμαχιών στο πλαίσιο ενός φανταστικού ‘’ενιαίου μετώπου’’. Αν επίσης, ο ΣΥΡΙΖΑ εκτιμηθεί ως ένα κλασικό αστικό κόμμα τύπου ΝΔ ή έστω ΠΑΣΟΚ, τότε θα έχουμε υποτιμήσει το σύγχρονο ευρωπαϊκό ρεφορμισμό και τους παράγοντες που τον συνδέουν με τα εργατικά στρώματα, την ίδια στιγμή που θα νομίζουμε πως τον έχουμε αποκαλύψει.
Τρίτο: Η κοινωνικο-ταξική βάση του ΣΥΡΙΖΑ, τα αντικειμενικά της συμφέροντα, αλλά σε σημαντικό βαθμό και η πολιτική ροπή αναζητήσεων και δράσης, αποτελούν εν μέρει ευεπίφορους παράγοντες  σε μια γραμμή ρήξης, που κάτω από προϋποθέσεις μπορεί να υπερβαίνει τα όρια του κεφαλαίου και της ΕΕ. Αυτή όμως η τάση και δυνατότητα, ούτε αυτόματη είναι, ούτε δεδομένη ως προς τα πολιτικά της χαρακτηριστικά. Η αδυναμία εφαρμογής  στοιχειωδών μέτρων ανακούφισης μέσα σε αυτό το πλαίσιο ενισχύει τόσο την τάση της βαθύτερης και ουσιαστικής ρήξης, όσο και αυτή της ενσωμάτωσης στο κυρίαρχο πλαίσιο, στο όνομα του ρεαλισμού. Η ενίσχυση της πρώτης τάσης δε θα κριθεί μόνο και κυρίως στο πεδίο των αναγκαίων πολιτικών πρωτοβουλιών τακτικής, όσο στη σκληρή προσπάθεια για τη διαμόρφωση ενός άλλου πεδίου. Πρέπει να τεθεί επί τάπητος το ζήτημα της ταξικής και αγωνιστικής ανασυγκρότησης του εργατικού κινήματος και άλλων μορφών και οργάνων λαϊκής συγκρότησης για την ανατροπή. Έξω από αυτό η αντικαπιταλιστική διέξοδος και η ανατροπή, δε θα έχουν υλικό υπόστρωμα και θα αποτελούν απλή επαγγελία και φραστική διαφοροποίηση. Ατμομηχανή σε αυτό πρέπει να αποτελέσει μια μαζική ταξική αντικαπιταλιστική πτέρυγα, σε διάσταση με λογικές συνεχούς με το ρεφορμισμό και τον εκκολαπτόμενο νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό.
Τέταρτο: Η βαθειά κρίση στον ελληνικό και ευρωπαϊκό καπιταλισμό, οι τριγμοί στην ευρωζώνη, η επιθετικότητα της ΕΕ απέναντι στο ελληνικό ζήτημα, δεν διαμορφώνουν περιβάλλον ισορροπίας όσες υποχωρήσεις και αν κάνει η κυβέρνηση, αλλά, αντίθετα, περιβάλλον ρήξης. Η γραμμή του αντιπάλου φαίνεται να είναι εξευτελιστική ταπείνωση της κυβέρνησης, ώστε να κόβεται ο βήχας για κάθε διαφοροποίηση. Ας μην ξεχνάμε ότι δεν λυπήθηκαν και οδήγησαν σε πτώση την κυβέρνηση ΝΔ-ΠΑΣΟΚ που ήταν η πρώτη επιλογή τους. Σε αυτές τις συνθήκες η κατεύθυνση της διαγραφής του χρέους, της εξόδου από ευρωζώνη και ΕΕ,  σε σύνδεση με ένα αντικαπιταλιστικό δρόμο, μπορεί να αποτελέσει σημείο αναφοράς, εργατικών αγώνων, αλλά και πολιτικών διεργασιών, για την ταραχώδη περίοδο που έχουμε μπροστά μας.
Πέμπτο: Παρά την ιδεολογική τρομοκρατία, τα εργατικά και λαϊκά στρώματα έχουν προσδοκίες και απαιτήσεις από την καινούργια κυβέρνηση και θα στραφούν, τουλάχιστον σε ένα βαθμό,  προς την διεκδίκηση ‘’ανταπόδοσης’’ της εκλογικής στήριξης που πρόσφεραν σε αυτήν. Η θετική κατεύθυνση για ανάπτυξη ενωτικών εργατικών αγώνων για απόσπαση καταχτήσεων είναι ουσιαστικό στοιχείο της παρέμβασης της αντικαπιταλιστικής αριστεράς και όρος για να μείνει ανοιχτή η προοπτική της λαϊκής νίκης και ανατροπής.  Αυτός ο προσανατολισμός θα ενισχύεται αν γίνονται  θαρραλέα βήματα και απαντιέται τεκμηριωμένα και με αυτοπεποίθηση το  ερώτημα ‘’πως μπορούμε αλλιώς; Ποιος είναι ο αντικαπιταλιστικός δρόμος και στόχος μετά την ανατροπή και την έξοδο;’’ Η ίδια η κυβέρνηση, παρά τη γενική κατεύθυνση της πολιτικής της και τα όρια που θέτει το πλαίσιο της εξυπηρέτησης του χρέους και των συνθηκών της ΕΕ, δεν μπορεί εύκολα να αποσυνδεθεί από το κοινωνικό ρεύμα που την ανέδειξε. Θα επιχειρήσει να ‘’παρουσιάσει έργο’’, έστω σε μικρή κλίμακα και σε κάποιο βαθμό θα έχει αποτελέσματα, ιδιαίτερα σε θεσμικά θέματα, δημοκρατίας ή βελτιώσεις που δεν προκαλούν δημοσιονομικό κόστος. Το στοιχείο αυτό είναι ανεπίτρεπτο να αντιμετωπιστεί με αμηχανία. Αντίθετα, παλεύουμε για επιβολή και διεύρυνση καταχτήσεων, αναπτύσσοντας την κοινωνική απαιτητικότητα και την αυτοπεποίθηση της μαζικής συλλογικής και ανυποχώρητης δράσης.
Έκτο: Στην πολιτική μας τακτική, επιδιώκουμε να μετασχηματίσουμε την πυκνή εμπειρία της περιόδου, όχι σε απογοήτευση ότι ‘’έχουμε μία από τα ίδια και βέβαιο τέλος ήττας’’, αλλά σε μια αναζήτηση για τις προϋποθέσεις της ρήξης και της ανατροπής. Αυτό σημαίνει ότι εντοπίζουμε  τις δυνατότητες της περιόδου σε αντίθεση με τα αδιέξοδα της πολιτικής εντός ΕΕ και κεφαλαίου, καθώς και το πώς θα σπάσουν τα όρια αυτά.
Έβδομο: Ο ΣΥΡΙΖΑ ως κόμμα θα έχει κλυδωνισμούς την ερχόμενη περίοδο ως αποτέλεσμα της διαρκούς υποταγής του στο πλαίσιο της ΕΕ και της μη υλοποίηση στοιχειωδών πλευρών του προγράμματος για το οποίο στηρίχτηκε.  Η θετική και προς τα αριστερά έκβαση των διαφοροποιήσεων, απαιτεί  αγωνιστικούς πολιτικούς δεσμούς  με τμήματά του, αλλά και αποφασιστική αντιπαράθεση τόσο με την πολιτική της κυβέρνησης όσο και με θεμελιώδεις πλευρές των  σύγχρονων  ρεφορμιστικών  αντιλήψεων που διαπνέουν με διαφορετικό τρόπο και τις αριστερές τάσεις του, με παράλληλη εμβάθυνση του αντικαπιταλιστικού προγράμματος και της επαναστατικής στρατηγικής.
Είναι χαρακτηριστικό ότι μετά το πρώτο δίμηνο στο οποίο καταδείχτηκε η χρεωκοπία της δυνατότητας άρσης της λιτότητας μέσα στην ευρωζώνη, υπήρξαν απόψεις στα αριστερά της κεντρικής γραμμής του ΣΥΡΙΖΑ (όπως αυτές που διατυπώνει ο Κ. Λαπαβίτσας), που αναζητούν μια διαφοροποίηση από την γραμμή της ευρωυποταγής, κινούμενη όμως σαφώς εντός της λογικής της παραμονής στην ΕΕ, της περίφημης νέο-κεϋνσιανής διαχείρισης και μιας ‘’παραγωγικής ανασυγκρότησης’’ στηριγμένης από κοινού στον επιχειρηματικό κόσμο και τον κόσμο της εργασίας, τουλάχιστον σε μια ‘’πρώτη φάση’’. Το ζητούμενο για την αντικαπιταλιστική αριστερά δεν είναι η εμπλοκή στην εσωτερική διαμάχη στο ΣΥΡΙΖΑ ή απλά η οργανωτική διαφοροποίηση με το ΣΥΡΙΖΑ, αλλά η ρήξη με την ταξική και κοινωνική ουσία της πολιτικής του και αυτό προϋποθέτει ανάπτυξη και όχι υποβάθμιση του αναγκαίου αντικαπιταλιστικού προγράμματος. Σε διαφορετική περίπτωση, όχι μόνο δεν μπορεί να επηρεάσει ανατρεπτικά τις εξελίξεις στα αριστερά του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αντίθετα θα επηρεάζεται από αυτές, προσφέροντας παράλληλα άλλοθι και στηρίγματα σε μια αδιέξοδη επιδίωξη αλλαγής της φυσιογνωμίας του ‘’από τα μέσα’’.
Οι εξελίξεις που έχουμε μπροστά μας θα είναι ταχύτατες και κατακλυσμιαίες. Αν θέλουμε να κοιτάξουμε στα μάτια την πραγματικότητα, θα αναγνωρίσουμε ότι δε θα δοκιμαστεί μόνο ο ΣΥΡΙΖΑ και η κυβέρνησή του, αλλά και οι δυνάμεις αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής αναφοράς. Γιατί τελικά οι πάντες κρίνονται στη φουρτούνα και όχι στα ήρεμα νερά.

Δημοκρατικά μέτρα… δημοσιονομικού οφέλους

του Γιάννη Ελαφρού/ Πηγή: Πριν

Στην Χαλκιδική προχθές οι διαδηλωτές κατά της εξόρυξης χρυσού βρέθηκαν αντιμέτωποι, για μια ακόμα φορά, με παρατεταγμένες δυνάμεις των ΜΑΤ, που δεν τους άφηναν να προχωρήσουν. Συνελήφθη και ένας διαδηλωτής ο οποίος παραπέμφθηκε με τις κλασικές κατηγορίες περί αντίστασης και στάσης κατά της αρχής. Χρειάστηκε η κινητοποίηση του κόσμου στο αστυνομικό τμήμα για να αφεθεί ελεύθερος, αφού πρώτα ορίστηκε τακτική δικάσιμος. Την Πέμπτη μερικές εκατοντάδες φοιτητές συγκεντρώθηκαν στο Υπουργείο Παιδείας με αποφάσεις 10 φοιτητικών συλλόγων. Δεν υπήρχε εμφανής παρουσία ΜΑΤ και οι φοιτητές μπήκαν μαζικά μέσα στο υπουργείο. Ο νέος υπουργός Παιδείας Αριστείδης Μπαλτάς συζήτησε μαζί τους στο αμφιθέατρο του υπουργείου, δείχνοντας ένα διαφορετικό προφίλ από τους προκατόχους του, που προτιμούσαν να συνομιλούν πίσω από αστυνομικές ασπίδες. Προβλήθηκε και από την Αυγή αυτή η κίνηση. Μαζί και οι αποκαλυπτικές δηλώσεις του Α. Μπαλτά: «Μας αρέσουν οι κινητοποιήσεις, στο βαθμό που απαιτούν πράγματα που μπορούν να γίνουν»! Άθελά του(;) ο υπουργός Παιδείας οριοθέτησε ένα νέο κυβερνητικό συνδικαλισμό, ο οποίος θα διεκδικεί όσα μπορεί να κάνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ. Δεν είναι και τόσο προοδευτικό αυτό, ειδικά όταν μιλάς για κινητοποιήσεις νέων ανθρώπων που συχνά διεκδικούν αυτό που στα μάτια της εξουσίας και του κατεστημένου μοιάζει αδύνατο…

Και τι θα κάνει το υπουργείο Παιδείας και η συγκυβέρνηση Τσίπρα όταν δεν τους αρέσουν οι κινητοποιήσεις; Όπως για παράδειγμα η κινητοποίηση φοιτητών στο Αριστοτέλειο της Θεσσαλονίκης, οι οποίοι πήγαν να παρακολουθήσουν τη συνεδρίαση της Συγκλήτου για να εκθέσουν τα αιτήματά τους και βρήκαν κλειδωμένες πόρτες και αυταρχισμό; Το υπουργείο Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ καταδίκασε «τις πράξεις βαρβαρότητας και τυφλής βίας» των φοιτητών! Το υπουργείο Προστασίας του Πολίτη δέχθηκε επικρίσεις από την Δεξιά και τα συστημικά μέσα ενημέρωσης γιατί δεν επενέβη πιο δυναμικά για να βγάλει έξω την μικρή ομάδα, που κατέλαβε πραξικοπηματικά και ετσιθελικά τη Νομική. Ο αναπληρωτής υπουργός Γιάννης Πανούσης υπερασπίστηκε την χαμηλής έντασης παρέμβαση της αστυνομίας. Απαντώντας όμως σε ερώτηση του βουλευτή της Χρυσής Αυγής Φώτη Γραικού στην βουλή σχετικά με άλλο περιστατικό στην Ιατρική Σχολή, δήλωσε: «Στην περίπτωση που υπάρχει άμεσος κίνδυνος από την καθυστέρηση ή πρόκειται για αυτόφωρο κακούργημα ή πλημμέλημα, οι αρμόδιες υπηρεσίες της Ελληνικής Αστυνομίας οφείλουν να επεμβαίνουν, έστω και χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα, για τη βεβαίωση του εγκλήματος, τη συλλογή των αποδείξεων και πειστηρίων και τη σύλληψη των δραστών». Δηλαδή, όχι μόνο δεν τίθεται ζήτημα επαναφοράς του πανεπιστημιακού ασύλου, αλλά δηλώνεται ευθαρσώς πως η αστυνομία θα εισβάλλει στις σχολές ακόμα και χωρίς παραγγελία του εισαγγελέα.

Σε συνέντευξή του ο Γ. Πανούσης στην Εφημερίδα των Συντακτών, αναφερόμενος στους «θύλακες» της Χρυσής Αυγής στην ΕΛΑΣ, ισχυρίστηκε πως «η αυτοδιάλυση έχει αρχίσει ήδη». Σύμφωνα με τον υπουργό «κάποιες αποστρατείες και πολλές μετακινήσεις συντελούν στη διάλυση ορισμένων τέτοιων θυλάκων», ενώ αναφέρεται και σε συστηματικούς ελέγχους από την Υπηρεσία Εσωτερικών Υποθέσεων. Δηλαδή η «κάθαρση» από τα φασιστικά δίκτυα στις δυνάμεις καταστολής θα γίνει με μερικές μετακινήσεις και ελέγχους από τους μηχανισμούς του ίδιου του συστήματος… Τα συμπεράσματα δικά σας. Αλλά για να δούμε και την πράξη. Οι αλλαγές προσώπων στην ΕΛΑΣ ήταν ελάχιστες (μεταξύ άλλων αντικαταστάθηκε και ο επικεφαλής της αντιτρομοκρατικής). Την Πέμπτη ανακοινώθηκε αιφνιδιαστικά η αντικατάσταση των διοικητών της ΥΑΤ (χακί ΜΑΤ) και της ΥΜΕΤ (μπλε), προκαλώντας δυσφορία σε ανωτέρους της αστυνομίας. Οι δύο αξιωματικοί που μετακινούνται από τις κατεξοχήν δυνάμεις καταστολής, τοποθετούνται (σύμφωνα με δημοσιεύματα) στο επιτελείο της Διεύθυνσης Αστυνομικών Επιχειρήσεων, τυπικά αναβαθμίζονται δηλαδή. Στην ΔΑΕ εξάλλου επικεφαλής είναι ταξίαρχος, ο οποίος ήταν επικεφαλής των ΜΑΤ στα φλεγόμενα χρόνια 2011-14! Όσο για το νέο διοικητή της ΥΑΤ (ΜΑΤ), δεν είναι άλλος από τον επικεφαλής των δυνάμεων των ΜΑΤ στην καταστολή της πορείας την επόμενη μέρα της δολοφονίας Φύσσα! Όταν οι Χρυσαυγίτες πετούσαν πέτρες στους διαδηλωτές σε παράταξη δίπλα στις γραμμές των ΜΑΤ! Είναι φανερό πως η αυτοκάθαρση άρχισε…

Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ θέτει ως βασική προϋπόθεση τη «συμφιλίωση αστυνομίας και κοινωνίας», που είναι βασικό ιδεολογικό μοτίβο και πολιτικό ζητούμενο του Γ. Πανούση. Είναι έκφραση της λογικής ότι μπορούμε να τα βρούμε με τους δανειστές, πως ο ελληνικός λαός μπορεί να συμφιλιωθεί με την ΕΕ (σε μια λύση win-win), πως μπορεί να υπάρξει ταξική συνεργασία για μια νέα ανάπτυξη. Πάντα εντός του πλαισίου της ΕΕ, του κεφαλαίου και του συστήματος, με συνέχεια του κράτους και των κατασταλτικών του μηχανισμών. Ο θύτης με το θύμα αγκαλιά. Στην πραγματικότητα όμως και σε αυτό το πεδίο δεν υπάρχει τρίτος δρόμος: όποιος δεν επιχειρήσει τη ρήξη με το σύστημα και την ανατροπή του, θα βρεθεί τελικά να εργάζεται για τον εκσυγχρονισμό και την αναδιάρθρωσή του. Ανεξάρτητα από τις δημοκρατικές φιοριτούρες, θα οδηγηθεί απέναντι στον εχθρό λαό που αργά ή γρήγορα θα αρχίσει να διεκδικεί μαζικά και αποφασιστικά τα δικαιώματά του.

Πολλοί θεωρούσαν πως το πεδίο των δημοκρατικών ελευθεριών, ειδικά μετά την τρομακτική καταστολή των αγώνων και το κρεσέντο ακροδεξιάς και κοινοβουλευτικού ολοκληρωτισμού από τις μνημονιακές κυβερνήσεις θα ήταν ένα από τα πεδία υπεροχής του ΣΥΡΙΖΑ. Στο κάτω κάτω δεν έχουν δημοσιονομικό κόστος (μάλλον έχουν όφελος), ούτε χρειάζονται έγκριση από τους θεσμούς. Παρόλα αυτά, δύο μήνες σχεδόν μετά την εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ δεν έχουμε δει βήματα σε αυτή την κατεύθυνση, εκτός από το νομοσχέδιο του Ν. Παρασκευόπουλου, που ικανοποιεί εν μέρει αιτήματα των φυλακισμένων και του κινήματος για τις φυλακές. Παρόλα αυτά πολλά από τα αιτήματα παραμένουν αναπάντητα με αποτέλεσμα δεκάδες κρατούμενοι να συνεχίζουν την απεργία πείνας.

Σήμερα όμως είναι η ώρα το μαζικό κίνημα και η μαχόμενη Αριστερά να διεκδικήσουν αποφασιστικά: Την κατάργηση των μηχανισμών καταστολής λαού και νεολαίας (ΜΑΤ, ΥΜΕΤ, Δίας, Δέλτα), την απαγόρευση χρήσης χημικών, την απομάκρυνση των αστυνομικών από τις διαδηλώσεις, σε κάθε περίπτωση την μη οπλοφορία των αστυνομικών στις κινητοποιήσεις.

Την κατάργηση τώρα των αντιδραστικών νόμων, του «κουκουλονόμου», των τρομονόμων ΠΑΣΟΚ και ΝΔ (υλοποίηση στην Ελλάδα του ευρωτρομονόμου). Την επαναφορά του πανεπιστημιακού ασύλου και την επέκτασή του σε χώρους σπουδών και έρευνας.

Την κατάργηση όλων των διατάξεων που στρέφονται ενάντια στην εργατική και συνδικαλιστική δράση, όπως του νομοθετικού πλαισίου της πολιτικής επιστράτευσης. Ας σημειωθεί, πως οι μέχρι τώρα γνωστές προθέσεις του υπουργείου καταργούν ορισμένες από τις διατάξεις που οδηγούν σε πολιτική επιστράτευση και όχι όλες (π.χ. για λόγους υγείας, δίνοντας δυνατότητα για επιστράτευση σε ΟΤΑ και νοσοκομεία). Η ΟΛΜΕ επίσης ζητά την κατάργηση της Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου που ποινικοποιεί τις κινητοποιήσεις των μαθητών.

Ειδικά ενόψει της δίκης για την εγκληματική οργάνωση της Χρυσής Αυγής, που ξεκινά στις 20 Απρίλη, το κίνημα απαιτεί την αποκάλυψη και τιμωρία των φυσικών και ηθικών αυτουργών όλων των δολοφονικών ενεργειών και ρατσιστικών εγκλημάτων των νεοναζί της Χρυσής Αυγής, των συνεργατών της στην αστυνομία και στην ΕΥΠ καθώς και των χρηματοδοτών της. Το ξήλωμα των φασιστικών δικτύων στα σώματα ασφαλείας και το στρατό, στο πλαίσιο του διαρκή αγώνα ενάντια στο «βαθύ κράτος».

Την καθιέρωση ελεύθερου συνδικαλισμού στο στρατό, την απαγόρευση κάθε χρήσης του ενάντια στον λαό, άμεση διάλυση των στρατιωτικών δυνάμεων καταστολής πλήθους.

Την κατάργηση των φυλακών τύπου Γ, των μεθόδων απομόνωσης και επιπλέον καταπίεσης των κρατουμένων, τον περιορισμό των αδικημάτων που οδηγούν σε φυλάκιση (ειδικά για λόγους οικονομικής ένδειας) και τον αποφασιστικό εξανθρωπισμό των συνθηκών κράτησης.

Την καθιέρωση του συμφώνου συμβίωσης και την αντίσταση στην ομοφοβία.

Το μέτωπο για τις δημοκρατικές ελευθερίες διεκδικεί ίσα κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά δικαιώματα των ξένων εργατών, ενάντια στη διπλή και τριπλή καταπίεση και εκμετάλλευσή τους, τις διακρίσεις, το ρατσισμό, την ξενοφοβία.

Διεκδικεί την κατάργηση του «Καλλικράτη», την καθιέρωση της απλής αναλογικής (την οποία ο ΣΥΡΙΖΑ απωθεί στην λήθη) και βεβαίως αντιστέκεται στην επαναφορά αυταρχικών λογικών, όπως για παράδειγμα ο διορισμός από τον εκάστοτε υπουργό της πλειοψηφίας των μελών του Δ.Σ. της ΕΡΤ.

Ο αγώνας για τις ελευθερίες εντάσσεται στο συνολικό πολιτικό αγώνα ενάντια στην κυβερνητική πολιτική της διαχείρισης, για την ανατροπή της πολιτικής κεφαλαίου – ΕΕ – ΔΝΤ, για την απελευθέρωση λαού και νεολαίας από την φυλακή της ευρωκηδεμονίας και των αιώνιων μνημονίων, για την χειραφέτηση της εργατικής τάξης από την εκμετάλλευση και την καταπίεση.

Στα μνημόσυνα δε βγάζεις δεκάρικους, ούτε καυχιέσαι…

Παναγιώτης Μαυροειδής/ Πηγή: Παντιέρα

Αυτή η αντιπαράθεση στη Βουλή για το ποιος «δίνει» περισσότερα στους φτωχούς είναι θλιβερή.
Ο πληθωρισμός των λέξεων, κινδυνεύει να κρύψει τα ουσιώδη νοήματά τους.
Αν ο φτωχός δίνει στο φτωχό, κόβοντας τη μπουκιά στα τέσσερα και δίνοντας το παλιό ρούχο, αυτό το λένε αλληλεγγύη και ανθρωπιά.
Αν ο άρχοντας το πρωί τραμπουκίζει και κλέβει το βαστάζο και το απόγευμα δίνει ένα κομμάτι ψωμί στη γυναίκα του δεύτερου, αυτό το λένε πρόκληση.
Αν η γυναίκα του άρχοντα κλαίει δίπλα στο άρρωστο παιδί του βαστάζου, αυτό το λένε ξιπασιά.
Αν ο παππάς ευλογεί την ανισότητα, εισπράττει τη δωρεά του άρχοντα συγχωρώντας τα βρώμικά του, για να τη μοιράσει στη συνέχεια στους φτωχούς παινεύοντας την ταπεινοσύνη και τη φτώχεια τους, αυτό το λένε υποκρισία και «παπατζηλίκι».
Αυτά τα έμαθα στο χωριό μου, όπου όποιο παιδί φορούσε παπούτσι έστω πλαστικό και όχι απλή λαστιχένια γαλότσα, το θεωρούσαμε πλούσιο.
Η αριστερά και ο μαρξισμός ήρθαν μετά για να προσθέσουν πράγματα στη σκέψη.
Εκεί μάθαμε κάποια άλλα κολυβο-γράμματα, ελπίζοντας πάντα να καταχτήσουμε τα καλύτερα.
Μας διαμορφώθηκε από αυτά τα γράμματα, η ταπεινή γνώμη ότι η φτώχεια και η ανεργία δεν έρχεται ούτε από το Θεό, ούτε από φυσική καταστροφή, ούτε από την προσωπική ανικανότητα ή την κακοτυχία. Είναι νόμος κάθε εκμεταλλευτικής κοινωνίας που στηρίζεται σε ιδιοποίηση ξένης εργασίας και στην εκμετάλλευση του πλεονάσματος. Δημιουργείται αντικειμενικά διότι ο σκοπός είναι το μεγαλύτερο κέρδος, άρα κάποιοι περισσεύουν για να πέφτει το κόστος. Αλλά είναι και επιθυμητή και καλοδεχούμενη, έτσι ώστε ο εφεδρικός στρατός των πεινασμένων να σπρώχνει και τα μεροκάματα και τη διαπραγματευτική θέση αυτών που δουλεύουν, συνεχώς προς τα κάτω. Ο δε καπιταλισμός έκανε αυτό τον άτυπο νόμο κανονική επιστήμη, δημιουργώντας και την αντίστοιχη ηθική και τις αντίστοιχες αξίες που το στηρίζουν και τον αποδέχονται.
Μετά, μάθαμε και κάτι άλλο.
Κάθε εκμεταλλευτική κοινωνία, για να σώσει τον εαυτό της και τους νόμους της, δημιουργεί την απαραίτητη αντιστάθμιση για αυτούς που ρίχνει στη φτώχεια και αποβάλλει ως περιττούς. Όσο πιο πολύ ψαχνό υπάρχει στην εκμετάλλευση του περισσεύματος της εργασίας των πολλών, (περιέργως) τόσο περισσεύουν πολλοί από αυτούς. Και τότε είναι που χρειάζονται ακόμη ισχυρότεροι μηχανισμοί αντιστάθμισης, ώστε οι ξυπόλητοι να μη βάζουν μπουρλότο σε ότι βλέπουν γύρω τους ως ξένο και εχθρικό. Στον καπιταλισμό, από τον 18ο ακόμη αιώνα, αυτό άρχισαν να το λένε κοινωνικό κράτος ή κάπως έτσι. Μια μορφή επιστροφής και αναδιανομής των κλεμμένων στους πολλούς και μια μεγαλύτερη φροντίδα και αποζημίωση σε αυτούς που πέταξαν στα αζήτητα. 
Μετά όμως το σύστημα γέρασε και άρχισε να τρώει τις σάρκες του, για να ζήσει. Η προηγούμενη διευθέτηση που εν πολλοίς έλεγε «εμείς οικονομάμε, αλλά και εσείς δεν πεινάτε, καθώς σας δίνουμε βασικά πράγματα με θεσμοθετημένο τρόπο», μας τελείωσε.
Ο νεοφιλελευθερισμός, στην απαρχή μιας νέας εποχής ενός απόλυτου και καθολικού πλέον καπιταλισμού, «πείραξε» και τις δύο πλευρές της διευθέτησης.
Έτσι, η βασική λειτουργία της κλοπής, στην καρδιά της παραγωγικής λειτουργίας, αλλά και της κυκλοφορίας, της εμπορίας, της πίστης κοκ, έπρεπε να «απελευθερωθεί» από κάθε περιορισμό και σύμβαση, να επιστρέψει στην «εποχή των αρχόντων». Αυτό, στην παλαιο-κομμουνιστική γλώσσα το λέγανε αντιδραστικές καπιταλιστικές αναδιαρθρώσεις. Στην κυρίαρχη γλώσσα της «αγοράς», αυτό το είπαν ευελιξία, ανταγωνιστικότητα ή κάπως έτσι.
Σιγά – σιγά υπήρξε μια συναίνεση γύρω από αυτό. Έπρεπε να μένει εκτός συζήτησης. Ήταν φαίνεται θεϊκός νόμος ή νόμος της φύσης, ένα αντικειμενικό στοιχείο που κανένας «βολονταρισμός» δεν μπορούσε να αλλάζει. Η προοδευτικότητα, η αριστεροσύνη και όλα αυτά θα έπρεπε πλέον να μετρούνται στο επίπεδο της διανομής και της αντιστάθμισης. Τελεία και παύλα. Η αριστερά μας, για να είναι μοντέρνα έπρεπε να γίνει μέρος αυτής της συναίνεσης. Και λίγο ως πολύ έγινε. Θα δυσκολευτείτε να βρείτε πράγματα επί αυτού στα αριστερά κοινοβουλευτικά κυβερνώντα κόμματα. Το επιμύθιο είναι: «Σήμερα, δεν υπάρχουν περιθώρια, δεν κάνουμε τέτοια συζήτηση…».
Όμως και αυτή η πλευρά της διευθέτησης «πειράχτηκε». Το λεγόμενο κοινωνικό κράτος, άρχισαν να το αφαλοκόβουν. Γενική τάση παντού. Και αν κάπου οι καλύψεις δεν είχαν φτάσει ψηλά (όπως στην Ελλάδα), ακόμη χειρότερα. Η μετακίνηση είναι οριζόντια και πάντα καθοδική. Έτσι λοιπόν το επίδομα ανεργίας γίνεται επιδότηση εργοδότη για φτηνή ή δωρεάν εργασία, η σύνταξη γίνεται επίδομα κηδείας, η ασφάλιση και η παιδεία ατομική υπόθεση, η ηλεκτροδότηση και το νερό πρέπει να δίνουν κέρδος και ούτω καθεξής.
Σιγά – σιγά εμπεδώθηκε και εδώ μια σχετική συναίνεση, πιο δύσκολα, είναι αλήθεια. Η αντιστάθμιση έπρεπε να εξασφαλιστεί διαφορετικά. Οι φτωχοί και εργαζόμενοι θα έπρεπε να πάρουν δύο αποφάσεις. Πρώτον, να μην ασχολούνται με τους πλούσιους. Ούτε με το έχειν τους, ούτε με τα κέρδη τους, ούτε με το άρχειν τους. Ούτε καν με την κατάργηση της αντιστάθμισης έναντι της κλοπής που κάνουν. Δεύτερον, να αναλάβουν τις »ευθύνες» τους, σώζοντας τους φτωχότερους και τους ανέργους. Τώρα πλέον, η προοδευτικότητα, η αριστεροσύνη και η κοινωνική ευαισθησία, μετρούνται στο επίπεδο της διαχείρισης της φτώχειας. Ως εκεί επιτρέπεται. Από εκεί και πέρα αρχίζει η διατήρηση του δημοσιονομικού πλεονάσματος και η πληρωμή του χρέους. Και ο «αριστερισμός»…
Τι βλέπουμε (αλλά δε νοιώθαμε ως φαίνεται) σε παγκόσμιο επίπεδο; Μπροστά είναι το ΔΝΤ, ο ΟΟΣΑ και η Παγκόσμια Τράπεζα. Με Προγράμματα Δημοσιονομικής Προσαρμογής (αυτή είναι η ορολογία για τα μνημόνια). Σκορπίζουν αναδιάρθρωση, φτώχεια, ανεργία, λιμοκτονία, αρρώστιες και κατάθλιψη.
Μετά έρχονται από πίσω οι ίδιοι, με Προγράμματα Αντιμετώπισης της Φτώχειας, με επιστράτευση του ΟΗΕ, της UNICEF και στρατιών Μη Κυβερνητικών Οργανώσεων, για να προσφέρουν παρηγοριά.
Ξεκίνησαν από τον «αναπτυσσόμενο» κόσμο, ώσπου έφτασαν στον «ανεπτυγμένο» και έλαχε ο κλήρος η Ελλάδα να είναι ένα ιδιαίτερο πείραμα.
Φτάσαμε και εμείς να συζητάμε το ζήτημα από το τέλος, από την ουρά του.
Ποιος έδωσε λοιπόν τα πιο πολλά; Η ΝΔ ή ο ΣΥΡΙΖΑ; Ποιος νοιάστηκε πιο πολύ; Εντάξει οι εκπρόσωποι της πρώτης είναι συμφιλιωμένοι: Η πολιτική είναι επάγγελμα και κατά βάση σημαίνει δημαγωγία. Κρίμα όμως για τους βουλευτές και τις βουλευτίνες του ΣΥΡΙΖΑ στην Βουλή! Τόσος μαρξισμός και κοινωνιολογική ανάλυση για μια θλιβερή συζήτηση, συχνά κουνώντας και το δάχτυλο στις κριτικές….
Το να μιλήσεις για παραμύθια, είναι άδικο για τα παραμύθια. Διότι αυτά δε λένε ψέματα. Είναι απλά ένας τρόπος να ονειρευτείς, να φανταστείς και να περπατήσεις πιο πέρα και πιο ψηλά.
Ποια είναι η αλήθεια;
Διαχείριση κάνουν, στη διανομή των κολλύβων που έχουν προ πολλού ενταχθεί στα προγράμματα δημοσιονομικής προσαρμογής, εν προκειμένω στο πλαίσιο της ΕΕ, ακριβώς διότι έχουν σίγουρη τη διαρκή κοινωνική κηδεία.
Παραθέτουμε κάποια πεζά όσο και απλά πράγματα για να γίνει κατανοητός αυτός ο ισχυρισμός.
Η κυβέρνηση λέει θα δώσει 200,3 εκατομμύρια για την ανθρωπιστική κρίση. Σωστά;
Διαβάστε τώρα πως κομπορρημονούν οι απολογητές της προηγούμενης κυβέρνησης:
«Σύμφωνα με τον προγραμματισμό της προηγούμενης κυβέρνησης, στην καθολική του εφαρμογή το πρόγραμμα για το Ελάχιστο Εγγυημένο Εισόδημα, το κόστος επρόκειτο να ανέλθει από τα 850 εκατ. ευρώ έως το 1 δις ευρώ, με προοπτική να αξιοποιηθεί από περίπου 700.000 πολίτες που διαβιούν σε συνθήκες ακραίας φτώχειας».
«Προς το παρόν, πάντως, στο υπουργείο Οικονομικών σχεδιάζουν τη διεύρυνση των κριτηρίων, σε ότι αφορά το Κοινωνικό Μέρισμα. Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση αποφάσισε να αυξήσει το εισοδηματικό όριο από τα 6.000 ευρώ (όριο για τον άγαμο) στα 6.500 ευρώ, μειώνοντας ταυτόχρονα το επίδομα των 500 ευρώ. Η διόρθωση αναμένεται να γίνει το προσεχές διάστημα και θα κοστίσει στο ελληνικό Δημόσιο περί τα 30 εκατ. ευρώ. Επίσης μετά το τέλος της υποβολής των αιτήσεων και εφόσον έχουν περισσέψει χρήματα από το συνολικό ποσό των 525 εκατ. ευρώ, το οικονομικό επιτελείο θα εντοπίσει τις οικογένειες εκείνες που με βάση πλέον τις δηλώσεις του 2014 (εισοδήματα 2013) έχουν πραγματική ανάγκη το κοινωνικό μέρισμα. Οι προτάσεις είχαν κατατεθεί πριν από τη θεσμοθέτηση της κοινωνικής διάταξης αλλά είχαν απορριφθεί από την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Οικονομικών».
Αλλά δεν είναι μόνο τα κανάλια των κυβερνητικών πρωτοβουλιών. Ρίξτε μια ματιά στο παρακάτω με αφορμή τον καυγά του Αντιπεριφεριάρχη Αττικής Γ. Καραμέρου και του Προέδρου της ΚΕΔΕ κ. Γ. Πατούλη: 
«Πρόγραμμα «Επισιτιστικής και Βασικής Υλικής Συνδρομής για τους Άπορους (ΤΕΒΑ/FEAD)», ένα πρόγραμμα ενάντια στη φτώχεια, ύψους 330 εκατομμυρίων ευρώ (το 44% των χρημάτων για την Αττική)».
Ας σταματήσουν λοιπόν τα ανέκδοτα. Πρόκειται – ναι το λέμε δυνατά!- για προγραμματισμένα ψίχουλα, ενταγμένα με τον ένα ή τον άλλο τρόπο σε διάφορες δράσεις της ΕΕ ή αιματηρές εξοικονομήσεις από άλλες απαραίτητες δαπάνες, ακριβώς επειδή θεωρείται δεδομένο ότι σύντομη έξοδος από την κρίση, με πλήρη δουλειά και αξιοπρεπή μισθό δεν πρόκειται να υπάρξει μέσα στο πλαίσιο που κινούνται.
Ο κόσμος θέλει δουλειά, πλήρη και σταθερή, να δουλέψει και να αμοιφθεί. Δε θέλει να είναι ταπεινωμένος τρόφιμος, σιτιζόμενος και υπόχρεος σε κρατικές ή κομματικές ελεημοσύνες.
Και λοιπόν; Να πετάξουμε στη θάλασσα όσα ελαχιστότατα και για πολύ λίγους προβλέπει το νομοσχέδιο;
Όχι, να τα δώσετε αμέσως! Αλλά μη βγάζετε τσιμουδιά. Από σεβασμό στους κοινωνικά δολοφονημένους και αυτούς που πήραν τη βαλίτσα και έφυγαν.
Δώστε τα εδώ και χθες! Αλλά, σεμνά, ταπεινά και σιωπηλά. Όπως αρμόζει και στα μνημόσυνα, όπου, αλίμονο, δεν βγαίνουν και δεκάρικοι…

Βουλγαρία “γιοκ”, φάρος η Ιρλανδία

του Διονύση Ελευθεράτου/ Πηγή: Πριν
Μοστράρουν πάλι ως παράδειγμα προς μίμηση τον πάλαι ποτέ «κέλτικο τίγρη»

Γηράσκουμε αεί διδασκόμενοι, φτωχαίνουμε αεί συμβουλευόμε­νοι. Από το 2010, έτος – πρεμιέρα των Μνημονίων, μας βομβαρδί­ζουν νουθεσίες για στωικότητα, αλλά και… θετικά παραδείγματα εξωτερικού.

Πριν από λίγα χρόνια, το «όραμα» ήταν η …Βουλγαρία, λόγω του «ευλογημένου» συν­δυασμού χαμηλότατων μισθών και μηδαμινής φορολογίας επιχειρήσεων. Ανελλιπώς διαλα­λούσαν ότι η «βουλγαροποίηση» της ελληνι­κής οικονομίας θα έκανε τη χώρα ακαταμάχη­το «πόλο έλξης» ξένων επενδύσεων. Ποιοι; Οι ίδιοι «φωστήρες» που πετσόκοβαν τον προϋ­πολογισμό δημοσίων επενδύσεων παραπάνω από όσο είχαν δεσμευτεί στην τρόικα, για χά­ρη του «πρωτογενούς πλεονάσματος».

Τι κι αν οι ξένες επενδύσεις μειώνονταν διαρκώς στη Βουλγαρία; Η αρλουμπολογία απτόητη, επί των επάλξεων! «Ας διδαχθούμε από τους βόρειους γείτονες, Έλληνες επιχει­ρηματίες καταλάμβαναν την πρώτη (σ.σ. ενί­οτε δεύτερη ή τρίτη) θέση των επενδύσεων στη χώρα τους». Η σκέψη ότι αυτό συνέβαι­νε επειδή, απλούστατα, ήταν πενιχρότατος ή πλήρως αποκαρδιωτικός ο συνολικός όγκος των ξένων επενδύσεων στη Βουλγαρία, δεν περνούσε από τα μυαλά των «παπαγάλων». Κι αν περνούσε, εκεί θα σταματούσε. Δεν θα έφθανε μέχρι το στόμα ή το πληκτρολόγιο.

Κάποια στιγμή ξεθύμανε το βουλγαρικό «παράδειγμα». Ίσως να επέδρασε κι εκείνο το οκταήμερο των μαζικότατων διαδηλώσεων (Φεβρουάριος 2013, όταν παραιτήθηκε η κυ­βέρνηση Μπορίσοφ) εναντίον των εξοργιστι­κών αυξήσεων στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύ­ματος, τις οποίες προκάλεσαν οι ιδιωτικοποι­ήσεις στον ενεργειακό τομέα: Έγινε ξαφνικά η Βουλγαρία συνώνυμη της κοινωνικής αντίστα­σης, οπότε οι αναφορές στη χώρα «αραίωσαν».

Έκτοτε «χλόμιασε» κάπως η ανάδειξη διε­θνών παραδειγμάτων προς μίμηση, αλλά αυ­τές είναι προσωρινές εκκρεμότητες: Τώρα βρέ­θηκε άλλη χώρα – πρότυπο. Για την ακρίβεια, ξαναγίνεται πρότυπο το παραδοσιακό καμάρι των απανταχού νεοφιλελεύθερων, η Ιρλανδία.

Η αφορμή; Η Ιρλανδία δανείστηκε από τις αγορές με αρνητικό επιτόκιο (-0,1%). Επανα­κάμπτει ο… «φάρος», μόνο που τώρα επαινεί­ται κυρίως για λόγους πολιτικούς στα «συ­στημικά» ΜΜΕ και το Ίντερνετ: «Να, ορίστε, εκεί που υπάρχει συναίνεση, σταθερότητα και δεν πουλιέται μαγκιά στους εταίρους, οι χώ­ρες τα καταφέρνουν»… Αυτή την περίοδο, βε­βαίως, ολόκληρης της Ευρωζώνης τα κρατι­κά ομόλογα πωλούνται με επιτόκια που αγγί­ζουν «ιστορικό χαμηλό» και ενίοτε πέφτουν κάτω του 0%. Δεν πρόκειται ειδικά για ιρλαν­δικό άθλο. Άρα, εάν κάποιος θέλει να «παίξει» με το ιρλανδικό θέμα, ας εστιάσει στο γεγονός ότι η χώρα αυτή δανείζεται από τις αγορές.

Μήπως να κάναμε τον κόπο να ρωτήσουμε και την ιρλανδική κοινωνία κατά πόσο συμμε­ρίζεται την ευφορία αυτή; Οι ίδιοι, πάνω- κά­τω, «παπαγάλοι» που τώρα μας θέλουν «Ιρ­λανδούς», πέρσι προέβλεπαν μεγαλειώδεις …φωταψίες στην άκρη του δικού μας τούνελ, επειδή η τότε ελληνική κυβέρνηση δανείστη­κε από τις αγορές. Δεν είδαμε τότε λαϊκά πάρτι στους δρόμους, ούτε πολλούς να πιστεύουν τα διάφορα φαιδρά «βγαίνουμε από την κρίση».

Να υπενθυμίσουμε, μήπως, ότι οι Ιρλανδοί «ξήλωσαν» ήδη μία μνημονιακή κυβέρνηση και τώρα δίνουν, σύμφωνα με τις δημοκοπή­σεις, πρωτοφανή δύναμη στο Σιν Φέιν; Γιατί το κάνουν, άραγε; Για να σπάσουν την… ανία που τους προκαλεί η «βεβαιότητα» ότι αφή­νουν και οι δικές τους ζωές πίσω την κρίση;

Ναι, επιβλήθηκαν «ομογάλακτες» πολιτι­κές λιτότητας σε διαφορετικές χώρες, αλλά δεν ήταν παντού ίδια η βαναυσότητα, η έντα­ση και η «τοξικότητα» των περικοπών. Ούτε τα ίδια αποθέματα αντοχής έχουν απομείνει σε όλες τις κοινωνίες που υπέστησαν πολιτικές λιτότητας, ούτε τα πλήγματα στον παραγωγι­κό ιστό και τα «ζωτικά όργανα» κάθε οικονο­μίας ήταν ίσα.

Καταλαβαίνουν άραγε τι «συγκρίνουν»; Την Ελλάδα της απονεκρωμένης ζήτησης με την Ιρλανδία, όπου ο κατώτατος μισθός πα­ρέμεινε στα… 1.462 ευρώ; Είδαν, μήπως, το ΑΕΠ της Ιρλανδίας ή άλλης χώρας να βυθί­ζεται όσο το ελληνικό; Είδαν αλλού την ανερ­γία να τριπλασιάζεται σε τρία χρόνια ή το φό­ρο καυσίμων να αυξάνει σε μία διετία (2010 -12) κατά 1.471%;

Να τους υπενθυμίσουμε τα στοιχεία που δημοσιοποίησε η Κομισιόν τον Οκτώβριο του 2013, για την πενταετία 2007-2012; Οι απώ­λειες στα ακαθάριστα εισοδήματα των νοικο­κυριών ήταν 6,2% στην Ιρλανδία, 5,3% στην Πορτογαλία, 11,3% στην Ισπανία, 10,9% στην Ιταλία και… 35,4% στην Ελλάδα, σε αυτό το τόσο «βολικό» θύμα του θεσμικού «Μένγκε­λε» που ακούει στο όνομα «Ευρωζώνη»!

Ω, ναι, για όλα αυτά ευθυνόταν ο «λαϊκι­σμός της μεταπολίτευσης» κι όχι ο οδοστρω­τήρας της θανατηφόρας «δημοσιονομικής προσαρμογής» του 2010 κι εντεύθεν. Κι οι δι­άφοροι ανεκδιήγητοι που στήριξαν όλα τα μέ­τρα του ολέθρου, τώρα ζητούν από την ελληνι­κή κοινωνία να πάψει να βογκά και να παρα­δειγματιστεί από τον Ιρλανδό ασθενή, ο οποί­ος – στο παραδίπλα κρεβάτι του νοσοκομείου – δείχνει λιγότερο εξουθενωμένος! Καταλαβαί­νουν τι λένε και -κυρίως- σε ποιους το λένε;

Φυσικά αναδεικνύει και η ιρλανδική περι­πέτεια τον παραλογισμό της μονεταριστικής «τάξης πραγμάτων»: Προτού υπαχθεί η χώρα σε Μνημόνιο το δημόσιο χρέος της ήταν μό­λις 25% του ΑΕΠ κι όταν άρχισε η επιχείρη­ση «σωτηρίας» βρέθηκε στο 124%! Η Ιρλαν­δία βεβαίως ήταν ανέκαθεν «πρωταθλήτρια» στο συνολικό εξωτερικό (δημόσιο και ιδιωτι­κό) χρέος, αλλά αυτό συνήθως δεν θέλουν να το ακούν «παπαγαλάκια» και «νεοφιλελέδες»…

20 Μαρτίου 2015

Νίκη του κινήματος στη Δ.Ε.Η. Τρικάλων

Μετά από τη συγκέντρωση διαμαρτυρίας, που πραγματοποιήθηκε σήμερα στη ΔΕΗ Τρικάλων, από την Πρωτοβουλία Αγώνα Ενάντια σε πλειστηριασμούς, κατασχέσεις και διακοπές ρεύματος και νερού, για το θέμα της διακοπής του ρεύματος σε οικογένεια Τρικαλινών με τρία ανήλικα παιδιά, έγινε αποδεκτή, από τη διοίκηση της Δ.Ε.Η. στα Τρίκαλα, η πρόταση του συμπολίτη μας Δ.Π., για διακανονισμό με προκαταβολή 100 ευρώ και 200 ευρώ κάθε μήνα, προκειμένου να εξοφλήσει το χρέος του, προς τη Δ.Ε.Η. και  να επανασυνδεθεί το ρεύμα. 

Αυτό το γεγονός αποτελεί μια πρώτη μικρή νίκη της κινητοποίησης του εργατικού-λαϊκού παράγοντα, δεδομένου ότι, όπως μας ανέφερε ο ίδιος ο συμπολίτης μας, όταν απευθύνθηκε μόνος του στη διοίκηση της ΔΕΗ, με την ίδια πρόταση διακανονισμού, είχε αρνητική απάντηση και απαιτούταν από μεριάς ΔΕΗ, το 50% του ποσού της οφειλής και κατόπιν να καταβάλει 200 ευρώ κάθε μήνα, μέχρι την εξόφληση του ποσού.

Ως Πρωτοβουλία Αγώνα Ενάντια σε πλειστηριασμούς, κατασχέσεις και διακοπές ρεύματος και νερού, καταδικάζουμε και καταγγέλλουμε απερίφραστα την απαράδεκτη στάση των διοικούντων του υποκαταστήματος Τρικάλων της Δ.Ε.Η., που κωφεύουν και κλείνουν τα μάτια, μπροστά στα προβλήματα που δημιουργεί η καπιταλιστική κρίση, στις εργατικές και λαϊκές οικογένειες, και αρνούνται να δώσουν λύση.

Καλούμε την κυβέρνηση «εθνικής σωτηρίας» και τους βουλευτές των Τρικάλων, να πάρουν δημόσια και συγκεκριμένη θέση, νομοθετώντας  ΣΗΜΕΡΑ:
  • Τη διαγραφή των χρεών των εργατικών και φτωχών λαϊκών οικογενειών, προς τις τράπεζες, το κράτος.
  • Την παύση των πλειστηριασμών της μικρής εργατικής και λαϊκής ιδιοκτησίας.
  • Την απαγόρευση της διακοπής ρεύματος και νερού στις εργατικές και λαϊκές οικογένειες.
Ή με το κεφάλαιο ή με  την εργατική τάξη και το λαό.
Η δύναμή μας βρίσκεται στον ενωμένο αγώνα μας.

Τρίκαλα 19 Μαρτίου 2015

Πρωτοβουλία Αγώνα Ενάντια σε πλειστηριασμούς,
κατασχέσεις, διακοπές ρεύματος και νερού.

ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ

Όνομα

Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο *

Μήνυμα *